Αφορμή για την ερώτηση στάθηκε η καταγγελία μιας ειδικευόμενης ιατρού, η οποία υποχρεώθηκε να πραγματοποιήσει πέντε συνεχόμενες 24ωρες εφημερίες – ένα περιστατικό που ανέδειξε τις σοβαρές ελλείψεις προσωπικού και τις επικίνδυνες συνθήκες εργασίας στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας.

Στην απάντησή της, η Κομισιόν υπενθυμίζει ότι η σχετική οδηγία κατοχυρώνει υποχρεωτικά τουλάχιστον 11 συνεχόμενες ώρες ημερήσιας ανάπαυσης ανά 24ωρο. Διευκρινίζει, μάλιστα, ότι ακόμη και όταν προβλέπονται εξαιρέσεις για τα νοσοκομεία, αυτές πρέπει να συνοδεύονται από ισοδύναμη αντισταθμιστική ανάπαυση, η οποία πρέπει να παρέχεται άμεσα μετά την εργασία.

Ο κ. Αρβανίτης σχολίασε την απάντηση της Κομισιόν, τονίζοντας ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει την εξουθένωση γιατρών και νοσηλευτών ως «κανονικότητα». Όπως είπε, οι εξαντλητικές εφημερίες δεν παραβιάζουν μόνο τα εργασιακά δικαιώματα των υγειονομικών, αλλά θέτουν σε κίνδυνο και την ασφάλεια των ασθενών.

Ο ευρωβουλευτής υπογράμμισε ότι η απάντηση της Επιτροπής αποκαλύπτει πως το εντεκάωρο δεν είναι γενικός κανόνας, αλλά ισχύει μόνο σε έκτακτες περιστάσεις – σε αντίθεση με όσα έχει θεσπίσει η ελληνική κυβέρνηση με νόμο. Κατέληξε λέγοντας ότι η προστασία της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία δεν είναι διαπραγματεύσιμη, και κάλεσε την κυβέρνηση να συμμορφωθεί με τις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις, αντί να πανηγυρίζει επικοινωνιακά για πλασματικές βελτιώσεις, την ώρα που οι εργαζόμενοι καταρρέουν.

Η ερώτηση του κ. Αρβανίτη:

Η υπόθεση εξαναγκασμού ειδικευόμενης ιατρού σε συνεχείς 24ωρες εφημερίες επί πέντε ημέρες1 επαναφέρει το ζήτημα της παραβίασης εκ μέρους της Ελλάδας του ενωσιακού δικαίου αναφορικά με τα όρια εργασίας και τις περιόδους ανάπαυσης των εργαζομένων στον τομέα υγείας και αναδεικνύει όχι μόνο την τεράστια υποστελέχωση και τις δυσμενείς και εξαντλητικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στους δημόσιους φορείς υγείας, αλλά και τους κινδύνους που εγκυμονούν τέτοιες πρακτικές για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζόμενων και των ασθενών. Δεδομένων των προβλέψεων της οδηγίας 2003/88/ΕΚ, ερωτάται η Επιτροπή:

01 Θεωρεί ότι πρακτικές συνεχόμενων 24ωρων εφημεριών χωρίς επαρκή ανάπαυση συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο;

02 Πώς αξιολογεί τον κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια τόσο των εργαζομένων όσο και των ασθενών από τέτοιες πρακτικές;

03 Προτίθεται να διερευνήσει πιθανή παραβίαση της οδηγίας από την Ελλάδα (βλ. απόφαση ΔΕΕ C-180/2014);

Η απάντηση της Κομισιόν:

Για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, η οδηγία 2003/88/ΕΚ για τον χρόνο εργασίας, καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Κάθε εργαζόμενος δικαιούται ελάχιστη περίοδο ημερήσιας ανάπαυσης διάρκειας έντεκα συναπτών ωρών, ανά εικοσιτετράωρο. Παρόλο που επιτρέπονται παρεκκλίσεις από τον κανόνα αυτόν, για υπηρεσίες σχετικές με την υποδοχή, τη νοσηλεία ή/και την περίθαλψη που παρέχονται από νοσοκομεία ή παρόμοια ιδρύματα, οι παρεκκλίσεις αυτές θα πρέπει να αντισταθμίζονται με ισοδύναμη περίοδο ανάπαυσης. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευκρινίσει, ότι η εν λόγω αντισταθμιστική ανάπαυση πρέπει να διαδέχεται άμεσα, τον χρόνο εργασίας τον οποίο υποτίθεται ότι πρέπει να αντισταθμίσει.

Ο χρόνος εφημερίας, κατά τη διάρκεια του οποίου ο εργαζόμενος υποχρεούται να παραμένει στον χώρο εργασίας ή σε άλλον τόπο ο οποίος καθορίζεται από τον εργοδότη, πρέπει να υπολογίζεται ως χρόνος εργασίας. Στην περίπτωση που περιγράφεται, αν η εκτέλεση επαναλαμβανόμενων διαδοχικών εικοσιτετράωρων περιόδων εφημερίας δεν διακοπτόταν από έντεκα συναπτές ώρες ημερήσιας ανάπαυσης (ανά εικοσιτετράωρο), τότε η κατάσταση αυτή δεν ήταν σύμφωνη με την οδηγία 2003/88/ΕΚ, η οποία ισχύει για τους εργοδότες, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα. Η ευθύνη για τη διασφάλιση της ορθής και αποτελεσματικής εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει τις οδηγίες της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο ανήκει πρωτίστως στις αρμόδιες εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, καθώς μόνο αυτές μπορούν να αξιολογούν τα πραγματικά περιστατικά σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Στο πλαίσιο του ρόλου της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, η Επιτροπή παρακολουθεί τη συμμόρφωση όλων των κρατών μελών με την οδηγία, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Εάν η Επιτροπή διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με παραβιάσεις της οδηγίας 2003/88/ΕΚ, μπορεί να προβεί σε κάθε ενέργεια που κρίνει αναγκαία, σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.