
Εθνικισμός και ενδοτισμόςΟι ελληνοτουρκικές σχέσεις στο φόντο του πολέμου στο Ιράνοι εθνικιστικές κραυγές και στο βάθος …η Chevron
«Ευκαιρία» αποκάλεσαν τον πόλεμο στο Ιράν μια σειρά κυβερνητικά στελέχη με τα παπαγαλάκια τους στα ΜΜΕ και μια σειρά από υψηλόβαθμα στρατιωτικά στελέχη εν αποστρατεία να αναπαράγουν μονότονα το ίδιο «παραμύθι», ότι δηλαδή η σύμπλευση της Ελλάδας με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ με τη συμμετοχή της στους επικίνδυνους πολεμικούς τους σχεδιασμούς στη Μέση Ανατολή θα διαμορφώσει μία «δύναμη αποτροπής» απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Ωστόσο, η αλήθεια βρίσκεται πολύ πιο μακριά. Μαζί με την αποστολή των ελληνικών πολεμικών αεροσκαφών και φρεγατών στην Κύπρο, εστάλησαν και αντίστοιχα τουρκικά (για την ακρίβεια έξι τουρκικά F16 έναντι 4 ελληνικών), η «αμήχανη» -όπως παρουσιάζεται από τα ελληνικά ΜΜΕ- Τουρκία συνεχίζει με διπλωματικές και στρατιωτικές ενέργειες να αναβαθμίζει τον ρόλο της στην περιοχή, ενώ η Ελλάδα παρουσιάζει ως «δύναμη αποτροπής» την εμπλοκή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς και σιωνιστικούς σχεδιασμούς, τη μετατροπή της χώρας μας σε στόχο πολεμικών αντιποίνων και σε ένα απέραντο αμερικανονατοϊκό ορμητήριο, με βάσεις από την Αλεξανδρούπολη μέχρι τη Σούδα.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση προβάλλει ως «εθνική επιτυχία» τη συμφωνία με τη Chevron για τους υδρογονάνθρακες, η οποία φυσικά εντάσσεται στη λογική της εκχώρησης στρατηγικών ενεργειακών πόρων και κυριαρχικών δικαιωμάτων στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τα μονοπώλιά του. Αντίστοιχα, οι συμφωνίες για τον καθορισμό των ΑΟΖ με την Ιταλία και τη Λιβύη αναγνώριζαν μειωμένη επήρεια των νησιών του Ιονίου και της Κρήτης, γεγονός που η Τουρκία αξιοποίησε για την ενίσχυση της επιχειρηματολογίας της απέναντι στα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ψευτολεονταρισμοί των κυβερνητικών εθνικιστικών κραυγών που συνομιλούν με την ακροδεξιά και ο πραγματικός ενδοτισμός σε πραγματική πολιτική πρακτική δεν αποτελούν αντίθετα στοιχεία, αλλά συμπληρωματικές όψεις της ίδιας στρατηγικής. Ο πρώτος λειτουργεί ως ιδεολογικό περιτύλιγμα, ενώ ο δεύτερος εκφράζει την ουσία της υποταγής στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.
Για την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια
Χαρακτηριστική είναι και η στάση στο ζήτημα της επέκτασης των χωρικών υδάτων: η ουσιαστική άρνηση αξιοποίησης του νόμιμου δικαιώματος επέκτασης στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο αποτυπώνει με σαφήνεια τον χαρακτήρα μιας πολιτικής υποχωρητικότητας και ενδοτισμού, που προτάσσει τη διατήρηση των «ισορροπιών» με την Τουρκία και τις ΝΑΤΟϊκές επιδιώξεις έναντι της υπεράσπισης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό, έχει σημασία να αναφέρουμε πως η Τουρκία έχει επεκτείνει τα ναυτικά της μίλια στον Εύξεινο Πόντο και τα νότια θαλάσσια σύνορά της, αμφισβητώντας το δικαίωμα της Ελλάδας να κάνει το ίδιο στο Αιγαίο, απειλώντας με πόλεμο σε περίπτωση που συμβεί αυτό. Θυμίζουμε, επίσης, για τους όψιμους αντιιμπεριαλιστές πως τα ναυτικά μίλια επεκτάθηκαν από 6 σε 12, όπως επεκτάθηκαν και οι ΑΟΖ, μετά από πολύχρονους αγώνες των λαών του τρίτου κόσμου απέναντι στον αρπακτικό ιμπεριαλισμό που λυμαινόταν (και λυμαίνεται) τις ακτές και τα ύδατα των φτωχότερων χωρών του κόσμου.
Για τη στάση της πραγματικής Αριστεράς και τις «διεθνιστικές» διαστρεβλώσεις
Έχουμε γράψει πολλές φορές και θα ξαναγράψουμε για τη σχέση της Aριστεράς με τα κυριαρχικά δικαιώματα, την υπεράσπιση των συνόρων και την πάλη για εθνική ανεξαρτησία. Για μας, η υπεράσπιση της ειρήνης, η προώθηση της φιλίας των λαών και ιδιαίτερα του ελληνικού και του τουρκικού, περνάει πρώτα απ’ όλα μέσα από την καταγγελία των εμπρηστών του πολέμου, της τουρκικής επιθετικότητας και προκλητικότητας, η οποία προτάσσει την αλλαγή των συνόρων και διαταράσσει την ειρήνη στο Αιγαίο και όλη την περιοχή. Όπως αντίστοιχα καταδικάζουμε κάθε ελληνική αμφισβήτηση τουρκικών εδαφών και κάθε εθνικιστική κορώνα για «αλύτρωτες πατρίδες», κάθε ενδεχόμενη επιθετική ενέργεια της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία στο πλαίσιο προσπαθειών ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων «σύνεσης» της Τουρκίας, έτσι οφείλουμε να καταδικάζουμε την τουρκική επιθετικότητα και την αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Άλλωστε, η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας και ο αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία της χώρας είναι πάνω απ’ όλα υπόθεση του λαού και της εργατικής τάξης, όχι μόνο επειδή επιδιώκουμε σε αυτά τα σύνορα και σε αυτά τα εδάφη να οικοδομήσουμε τη νέα κοινωνία που θα είναι απαλλαγμένη από εθνικιστικά μίση, όχι μόνο επειδή μέσα απ’ αυτόν τον αγώνα περνάει ο αγώνας για τον σοσιαλισμό, αλλά ακριβώς επειδή η μεγαλοαστική τάξη ξεπουλά τον δημόσιο πλούτο, τις υποδομές και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, μετατρέποντάς την σε «πεδίο βολής φθηνό», σε χώρα-πρατήριο των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Η πατρίδα, που τόσο εύκολα λοιδορείται από τον ποικιλώνυμο τροτσκισμό, το ΚΚΕ και την αναρχία, είναι πρώτα απ’ όλα ο λαός της, έτσι αντιλαμβάνεται ο μαρξισμός-λενινισμός την έννοια του έθνους, έτσι την αντιλαμβανόμαστε κι εμείς.
Η πολιτική της ελληνικής πλουτοκρατίας δεν υπηρετεί ούτε την ειρήνη ούτε τα λαϊκά συμφέροντα. Αντίθετα, εντάσσει τη χώρα βαθύτερα σε έναν επικίνδυνο κύκλο ανταγωνισμών, όπου οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας καλούνται να πληρώσουν τις συνέπειες επιλογών που λαμβάνονται ερήμην τους και προς όφελος των κυρίαρχων τάξεων και των ιμπεριαλιστών. Η διέξοδος δε βρίσκεται ούτε στον εθνικιστικό αποπροσανατολισμό ούτε στον «ρεαλισμό» της υποταγής, αλλά στην αντιιμπεριαλιστική πάλη για την ειρήνη και την εθνική ανεξαρτησία, ενάντια σε κάθε αστική και ιμπεριαλιστική επιδίωξη για την αλλαγή των συνόρων και την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της μιας ή της άλλης χώρας. Στον αγώνα που θα βάζει στο επίκεντρο τα συμφέροντα των λαών και όχι των ιμπεριαλιστικών γεωπολιτικών σχεδιασμών, της πολιτικής του ενδοτισμού και των εθνικιστικών κραυγών.
περιοδικό Πορεία, τ. 62



