Η απόφαση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών με την οποία τέθηκαν στο αρχείο οι δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ για τους βουλευτές της ΝΔ, Χαράλαμπο Αθανασίου και Τάσο Χατζηβασιλείου, είναι μία αφορμή για πολλές σκέψεις.
Το ίδιο ισχύει και για την έκθεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου, πρώην ελεγκτή του Οργανισμού, η οποία διαβιβάστηκε στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και υποβαθμίζει σημαντικά την υπόθεση, αφού περιορίζει την εικαζόμενη ζημία από 1,2 εκατ. στις 115.000 ευρώ. Το συγκεκριμένο πόρισμα απαλλάσσει κατ’ ουσίαν τα περισσότερα πολιτικά πρόσωπα, που «κρεμάστηκαν στα μανταλάκια» τους προηγούμενους μήνες.
Η πρώτη σκέψη, μοιραία, είναι ότι ανάλογη θα είναι πιθανώς η δικαστική εξέλιξη και για άλλες περιπτώσεις βουλευτών που βρέθηκαν να εμπλέκονται στην υπόθεση.
Μία δεύτερη σκέψη είναι ότι δεν θα πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ενός ακόμη φιάσκου.
Μοιάζει πιθανό να έχει εγκλωβιστεί η πολιτική συζήτηση στην χώρα για περισσότερο από έναν χρόνο τώρα, σε μία παραφιλολογία, η οποία πυροδοτήθηκε από άτσαλες μεθοδεύσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και του προσωπικού της στην Αθήνα, με αποτέλεσμα την πολιτική αναστάτωση, ως αποτέλεσμα μίας προπαγάνδας, που αποδεικνύεται ότι δεν ήταν και τόσο καλά οργανωμένη.
Στον βαθμό που αυτές οι αρχειοθετήσεις πράγματι ακολουθήσουν (και είναι βάσιμη μία τέτοια εκτίμηση), θα αποδειχθούν πολλά.
Θα αποδειχθεί κατ’ αρχάς η προπέτεια της αντιπολίτευσης, σε όλες τις εκδοχές της. Θα φανεί πώς με μοναδικό στόχο την καλλιέργεια εντυπώσεων, εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ και όλων των λαϊκιστικών σχηματισμών, έσπευσαν να απαγγείλουν κατηγορίες και να εκδώσουν ετυμηγορίες, θεωρώντας ότι προσφέρουν υπηρεσίες στην πατρίδα και – φυσικά – στους εαυτούς τους.
Η υστεροβουλία αυτή κάπως θα πρέπει να αξιολογηθεί, ειδικά όσο οι μνήμες από την σκευωρία της Novartis είναι νωπές.
Θα πρέπει όμως να αξιολογηθεί και κάτι ακόμη.
Αυτό είναι ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε, πανικοβλήθηκε και υπέπεσε σε παιδαριώδη λάθη. Θα πρέπει να αναρωτηθεί κάποιος για όλα αυτά και για το πώς το Μέγαρο Μαξίμου και ένας ολόκληρος πολιτικός μηχανισμός παγιδεύτηκε και άρχισε να αυτομαστιγώνεται, χορεύοντας στους ρυθμούς της Λάουρα Κοβέσι και των συνεργατών της.
Θα πρέπει, υπό αυτήν την έννοια, να δει κανείς από πού και ως πού μία κυβέρνηση (εν προκειμένω η ελληνική) άφησε την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να εξελιχθεί σε παράγοντα της ελληνικής πολιτικής ζωής και της επέτρεψε να κάνει κηρύγματα περί ηθικής.
Το «ξεφούσκωμα» της υπόθεσης, ή μάλλον η επαναφορά της στις πραγματικές της διαστάσεις, όσο παρακολουθούμε καθημερινώς συλλήψεις σε όλη την Ελλάδα και αποκαλύψεις δικτύων και κυκλωμάτων, οφείλει να υπενθυμίσει σε όλους τις πρώτες, σπασμωδικές κινήσεις της κυβέρνησης, που φαίνεται ότι πατάει πολύ εύκολα τα κορδόνια της.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης είχε σπεύσει να χαρακτηρίσει «πολύ σοβαρή εξέλιξη» την διαβίβαση της δικογραφίας από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στις αρχές Απριλίου, στρώνοντας ουσιαστικά τον δρόμο για τις τερατολογίες που ακολούθησαν.
Λίγο αργότερα δε, ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είχε επιλέξει να δώσει συνέχεια, ανοίγοντας μία αχρείαστη συζήτηση για την παθολογία της ρουσφετολογίας, τον ρόλο του βουλευτή και την θέσπιση ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας.
Πολύ κακό για το τίποτα; Πιθανώς. Σίγουρα πάντως γινόμαστε για μία ακόμη φορά μάρτυρες μίας σπασμωδικής και αμήχανης κυβερνητικής αντίδρασης, που αν μη τι άλλο φανερώνει έλλειψη ψυχραιμίας και των αναγκαίων αντανακλαστικών.
Φαίνεται ότι παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, οι μαθητευόμενοι μάγοι της κυβερνητικής επικοινωνίας φαίνεται ότι χρειάζονται εντατικά σεμινάρια.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News



