Η αναχώρηση της εθνικής ομάδας της Τουρκίας για το Μουντιάλ συνοδεύτηκε από σκηνές αποθέωσης στην Κωνσταντινούπολη. Αυτοκινητοπομπή, σημαίες, φίλαθλοι στους δρόμους, πανηγυρικό κλίμα και μια εικόνα εθνικής συσπείρωσης γύρω από την τουρκική ομάδα πριν από τη μεγάλη διοργάνωση.
Μέχρι εδώ, όλα απολύτως φυσιολογικά. Κάθε χώρα που σέβεται την εθνική της ομάδα έχει δικαίωμα να τη στηρίξει, να την αποχαιρετήσει και να τη στείλει σε ένα Μουντιάλ με πίστη και υπερηφάνεια. Το θέμα δεν είναι τι έκαναν οι Τούρκοι. Το θέμα είναι πώς το υποδέχθηκε ένα κομμάτι των ελληνικών αθλητικών ΜΜΕ.
Αντί για ψύχραιμη καταγραφή, είδαμε ξανά έναν γνώριμο τόνο θαυμασμού. «Πολύ όμορφες στιγμές», «αποθέωση», «έντονα φορτισμένο κλίμα», «πανηγυρική ατμόσφαιρα». Λες και δεν πρόκειται για την εθνική ομάδα μιας χώρας που συστηματικά εργαλειοποιεί τον αθλητισμό, την ιστορία, τη διπλωματία και την ισχύ της για να προβάλλει εθνική γραμμή.
Το πρόβλημα δεν είναι η είδηση. Το πρόβλημα είναι η νοοτροπία. Για χρόνια, μέρος των ελληνικών αθλητικών ΜΜΕ αντιμετώπισε την τουρκική αθλητική προβολή με μια σχεδόν δουλική ευκολία. Το είδαμε και στην εποχή που η Turkish Airlines ήταν ονομαστικός χορηγός της EuroLeague, μια συνεργασία που κράτησε από το 2010 έως το 2025, πριν λήξει η σχετική συμφωνία και η διοργάνωση παρει τη χορηγία από τα Εμιράτα.
Επί δεκαπέντε χρόνια, το τουρκικό brand ταξίδευε μέσα από τα παρκέ, τις μεταδόσεις, τις φανέλες, τα τηλεοπτικά γραφικά και την καθημερινή αθλητική γλώσσα της Ευρώπης. Και στην Ελλάδα, αντί να υπάρχει τουλάχιστον επίγνωση του τι σημαίνει η αθλητική διπλωματία της Άγκυρας, υπήρχε συχνά αμήχανη αποδοχή, αν όχι θαυμασμός.
Αυτή η στάση θυμίζει πολιτικά τις εικόνες υποκλίσεων και κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Όταν η Άγκυρα ξέρει να χρησιμοποιεί κάθε πεδίο, από την άμυνα μέχρι τον αθλητισμό, ως εργαλείο επιρροής, η ελληνική πλευρά συχνά παριστάνει ότι «ο αθλητισμός δεν έχει σχέση με την πολιτική». Αυτά είναι ωραία για παιδικές εκθέσεις. Στον πραγματικό κόσμο, ο αθλητισμός είναι και εικόνα, και ισχύς, και soft power.
Το ίδιο ισχύει και με την ανοχή απέναντι σε κάθε πολιτική τοποθέτηση που περνά μέσα από τον αθλητισμό. Όταν ένας Τούρκος προπονητής μεγάλης ελληνικής ομάδας κάνει δημόσιες παρεμβάσεις με πολιτικό περιεχόμενο που ενοχλεί την ελληνική κοινή γνώμη, δεν γίνεται τα ελληνικά ΜΜΕ να κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν. Δεν γίνεται όλα να βαφτίζονται «προσωπική άποψη», όταν η άλλη πλευρά δεν διαχωρίζει ποτέ τον αθλητισμό από το εθνικό της αφήγημα.
Η Τουρκία ξέρει τι κάνει. Στέλνει εικόνα εθνικής ενότητας, προβάλλει σημαία, αξιοποιεί κάθε διοργάνωση, κάθε ομάδα, κάθε πρόσωπο, κάθε χορηγία. Η Ελλάδα, από την άλλη, συχνά εγκλωβίζεται σε έναν επαρχιώτικο θαυμασμό. Βλέπει την τουρκική κινητοποίηση και αντί να τη διαβάσει πολιτικά και επικοινωνιακά, τη χειροκροτεί σαν να παρακολουθεί διαφημιστικό σποτ.
Κανείς δεν ζητά να μη μεταδίδονται ειδήσεις για την Τουρκία. Άλλο ενημέρωση και άλλο υπόκλιση. Άλλο να γράφεις ότι χιλιάδες φίλαθλοι αποχαιρέτησαν την εθνική τους ομάδα και άλλο να παρουσιάζεις κάθε τουρκική εθνική εικόνα με γλυκανάλατο θαυμασμό.
Το ελληνικό αθλητικό ρεπορτάζ χρειάζεται περισσότερη αυτογνωσία. Όχι κραυγές, όχι υστερίες, αλλά επίγνωση. Η Τουρκία είναι αντίπαλος χώρα σε όλα τα κρίσιμα εθνικά μέτωπα. Όταν εμφανίζεται ενωμένη γύρω από την εθνική της ομάδα, αυτό είναι είδηση. Όταν όμως ελληνικά ΜΜΕ ξετρελαίνονται με την εικόνα της τουρκικής σημαίας στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, τότε το ζήτημα δεν είναι αθλητικό. Είναι νοοτροπίας.
Και αυτή η νοοτροπία είναι παλιά. Είναι η νοοτροπία του ραγιαδισμού, που θαυμάζει τον ισχυρό γείτονα, βαφτίζει την υποχωρητικότητα «πολιτισμό» και την αμηχανία «ψυχραιμία». Μόνο που στον αθλητισμό, όπως και στην πολιτική, όποιος δεν καταλαβαίνει το παιχνίδι, συνήθως παίζει τον ρόλο που του έχουν γράψει οι άλλοι.



