Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Ευρώπη: Χωρίς ειδικό βάρος σε έναν κόσμο ανομίας

Γκάμπορ Σάιρινγκ*

Η φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη έχει καταρρεύσει. Το κενό γεμίζει ένας ολοένα πιο βίαιος, άνομος αντι-φιλελευθερισμός που θέλει να επιβάλλει τη σκληρή ιεραρχία εξουσίας και τη βία. Η κεντροδεξιά, και η κύρια ευρωπαϊκή της έκφραση, ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, συχνά παρουσιάζεται ως το κύριο αντίβαρο στον αντι-φιλελευθερισμό.

Ωστόσο, όταν ΗΠΑ – Ισραήλ εξαπέλυσαν επιθέσεις στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026, φάνηκε για άλλη μια φορά ότι ο Μερτς αποτελεί τον πιο πιστό εταίρο του Τραμπ. Ο ίδιος, μάλιστα, είπε ότι δεν θα «κάνει μάθημα» στους συμμάχους για τις στρατιωτικές τους ενέργειες. Αργότερα, πρόσθεσε ότι το διεθνές δίκαιο δεν ισχύει σε αυτόν τον πόλεμο. Τον περασμένο Ιούνιο, είχε κάνει ένα βήμα παραπέρα. Χαρακτήρισε τις επιθέσεις του Ισραήλ στο Ιράν ως τη «βρώμικη δουλειά» που έπρεπε να κάνει κάποιος για λογαριασμό της Δύσης.

Αυτή η realpolitik είναι ο συντομότερος δρόμος προς μια Ευρώπη χωρίς βαρύτητα, χωρίς φωνή σε έναν ολοένα πιο άνομο κόσμο. Το να προσκολλάσαι στον Ατλαντισμό, τη στιγμή που η αντιφατική αλλά βασισμένη σε κανόνες παγκόσμια τάξη πραγμάτων, διαλύεται βίαια από την Ουάσινγκτον, δεν είναι σκληρός ρεαλισμός. Είναι ένα στρατηγικό λάθος: είναι η πίστη σε μια δομή που δεν υπάρχει πλέον, που έχει έναν δρώντα (τις ΗΠΑ), ο οποίος έχει δηλώσει ανοιχτά ότι τα ευρωπαϊκά συμφέροντα είναι υποδεέστερα των αμερικανικών.

Η εξάρτηση της Ευρώπης

Ο πόλεμος Ισραήλ-ΗΠΑ κατά του Ιράν ξεκίνησε μέσα σε πλήρη έλλειψη σύμπνοιας στον πλανήτη. Το 2003, η κυβέρνηση Μπους τζούνιορ επένδυσε σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο στη συγκρότηση ενός συνασπισμού για την επίθεση στο Ιράκ. Τότε, τουλάχιστον σε επίπεδο εικόνας, είχε σημασία τι πίστευε η Ευρώπη. Ο «Συνασπισμός των Προθύμων» (Coalition of the Willing, ο τότε αγγλικός όρος) χρησιμοποιήθηκε για τη νομιμοποίηση της στρατιωτικής επιχείρησης.

Τώρα, ο Τραμπ δεν μπήκε καν στον κόπο να φέρει την Ευρώπη στο προσκήνιο. Η Ευρώπη δεν είναι ούτε εταίρος, ούτε ακροατήριο. Στην καλύτερη περίπτωση, ήταν κόμβος εφοδιασμού και μεταστάθμευσης αμερικανικών δυνάμεων. Αυτή η αντίληψη δεν είναι απλώς απόρροια της προσωπικότητας του Τραμπ. Αντανακλά μια βαθύτερη δομική μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αμερικανική εξουσία στη βάση του αντι-φιλελευθερισμού.

Η βασισμένη σε κανόνες παγκόσμια τάξη ήταν πάντα ένα μέσο νομιμοποίησης της αμερικανικής ηγεμονίας, που απαιτούσε όμως και την ευρωπαϊκή αποδοχή. Και αυτή η αποδοχή έδινε στην Ευρώπη πραγματική δύναμη. Ο Τραμπ δεν ενδιαφέρεται για αυτό. Δεν χρειάζεται την ηθική έγκριση της Ευρώπης, επειδή έχει αποτινάξει εντελώς από πάνω του την ανάγκη για νομιμοποίησή του. Θεωρεί ότι η εξουσία που έχει, από μόνη της αρκεί για να δικαιολογηθούν οι πράξεις του. 

Ετσι, λοιπόν, η πρόθυμη συμμόρφωση του ευρωπαϊκού κατεστημένου γίνεται αυτοκαταστροφική. Παρά τις διακηρύξεις της, η Ευρώπη έχει μικρή στρατηγική αυτονομία. Στρατιωτικά, η Ουάσινγκτον έχει τον πρώτο ρόλο επί ευρωπαϊκού εδάφους, οι τεχνολογικές πλατφόρμες είναι αμερικανικές, η ενεργειακή εξάρτηση έχει μετατοπιστεί από το ρωσικό φυσικό αέριο στο αμερικανικό υγροποιημένο αέριο, και ο ρόλος του δολαρίου ως αποθεματικού νομίσματος αφήνει τις ευρωπαϊκές οικονομίες εκτεθειμένες σε αποφάσεις που λαμβάνονται στον Λευκό Οίκο.

Η Ευρώπη δεν δημιούργησε ποτέ την πολιτική αρχιτεκτονική για να αντιμετωπίσει οτιδήποτε από όλα αυτά. Και το θεμελιώδες ερώτημα εξακολουθεί να μένει αναπάντητο: στόχος είναι η οικονομική ολοκλήρωση για η διαχείριση μιας ενιαίας αγοράς ή η πολιτική ολοκλήρωση για πραγματικά συλλογική δράση; Δεκαετίες τώρα αναβάλλεται η απάντηση, και η Ευρώπη μένει διχασμένη, εξαρτημένη από τρίτους, στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων και αποφάσεων.

Οι πραγματικοί «ενήλικες στο δωμάτιο»

Οι παραπάνω εξαρτήσεις, σε συνδυασμό με τη συγκεχυμένη εικόνα για τις προοπτικές της Ευρώπης, καθιστούν ακόμη πιο σημαντικό το γεγονός ότι το Βερολίνο, το Παρίσι και το Λονδίνο δεν εκφράζουν το σύνολο της Ευρώπης. 

Ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας, Γιούνας Γκαρ Στόρε, δήλωσε ότι οι επιθέσεις (σ.σ. κατά του Ιράν) είναι ασύμβατες με το διεθνές δίκαιο, επισημαίνοντας ότι για μια προληπτική επίθεση χρειάζεται να υπάρχει μια άμεση απειλή. Μια απειλή, όμως, που δεν αποδείχθηκε ποτέ. Η θέση του Στόρε ενισχύθηκε από μια κρίσιμη λεπτομέρεια: λίγες μέρες πριν πέσουν οι βόμβες στο Ιράν, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν είχε ανακοινώσει ότι είχε σημειωθεί διπλωματική πρόοδος, με το Ιράν να συμφωνεί σε μηδενική αποθήκευση εμπλουτισμένου υλικού. Κάτι το οποίο επιβεβαίωσε και ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ).

Υπάρχει επίσης η Ισπανία. Μια χώρα που έχει αναδειχθεί ως η πιο ξεκάθαρη ηθική πυξίδα της Ευρώπης σε αυτή την κρίση. Ο πρωθυπουργός της, Πέδρο Σάντσεθ, καταδίκασε τις επιθέσεις στο Ιράν ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου, αρνήθηκε να επιτρέψει στις αμερικανικές δυνάμεις την πρόσβαση σε ισπανικό έδαφος προκειμένου να υποστηρίξουν την στρατιωτική επιχείρησή τους και απάντησε στις απειλές του Τραμπ να διακόψει τους εμπορικούς δεσμούς της Ουάσιγκτον με τη Μαδρίτη.

Ο Σάντσεθ παίρνει κεφάλι στην ευρωπαϊκή κεντροαριστερά;

Η θέση του, έτσι όπως την εξέφρασε σε τηλεοπτικό διάγγελμα, ήταν σαφής: «Όχι στον πόλεμο». Είναι αξιοσημείωτο ότι το Κόμμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και η Ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον υποστήριξαν, σηματοδοτώντας μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο τουλάχιστον ένα μέρος της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς είναι πρόθυμο να τοποθετηθεί.

Ο Σάντσεθ ωθεί την ευρωπαϊκή κεντροαριστερά προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης μιας εξωτερικής πολιτικής που βασίζεται στο διεθνές δίκαιο, στην πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και στην κατανόηση ότι η παγκόσμια τάξη ανοικοδομείται στη βάση αρχών που εφαρμόζονται με συνέπεια και όχι αλά καρτ. Αυτό που κάνει τη συγκεκριμένη αλλαγή αξιοσημείωτη είναι ότι επιχειρήματα που για καιρό απορρίπτονταν ως υπερβολικά ριζοσπαστικά, προέρχονται τώρα από κυβερνώντα κόμματα.

Οι βόμβες δύσκολα οδηγούν σε ειρήνη

Οι πολιτικοί ηγέτες στη Νορβηγία και την Ισπανία κατανοούν ότι, όσο φρικτό και αν είναι το ιρανικό καθεστώς, τα επιχειρήματα για αυτόν τον πόλεμο δεν στέκουν. Οι επιθέσεις εναντίον του Ιράν είναι πιο πιθανό να επιταχύνουν τις πυρηνικές φιλοδοξίες του, παρά να τις εκμηδενίσουν. Είναι πιο πιθανό να ενισχύσουν τον κύκλο της βίας παρά να τον περιορίσουν. 

Οι βομβαρδισμοί σπάνια παράγουν τη σταθερή τάξη πραγμάτων που υπόσχονται οι εμπνευστές τους. Αυτό που παράγουν, είναι κατεστραμμένες υποδομές, θύματα αμάχους – όπως η επίθεση σε ένα σχολείο θηλέων στο Μινάμπ, όπου σκοτώθηκαν πάνω από 160 παιδιά – και την ενίσχυση της ατμόσφαιρας κατάστασης πολιορκίας, την οποία χρειάζεται το καθεστώς προκειμένου να καταστείλει τις διαφωνίες στο εσωτερικό.

Οι μαζικές διαμαρτυρίες που συγκλόνισαν το Ιράν στο τέλος του 2025 προκλήθηκαν από την οικονομική κρίση, το προβληματικό νόμισμα και δεκαετίες καταστολής. Αυτό είναι το συστατικό υλικό, πάνω στο οποίο θα κτιστεί ο πολιτικός μετασχηματισμός. Αλλαγές στην ηγεσία, ενίσχυση των δημοκρατικών φωνών, κοινωνικές συμμαχίες, ικανές να οικοδομήσουν θεσμούς χωρίς αποκλεισμούς, δεν μπορούν να προκύψουν από εξωτερικές στρατιωτικές επεμβάσεις.

Βέβαια, μια εξωτερική πολιτική αρχών δεν σημαίνει ότι κλείνει τα μάτια στην καταστολή ή προσποιείται πως το ιρανικό καθεστώς δεν φέρει καμία ευθύνη για τη βία στη Μέση Ανατολή ή την καταπίεση του ίδιου του λαού του. Ομως, πρέπει να τηρούνται αταλάντευτα οι ίδιες αρχές ανεξάρτητα από το ποιος κάνει τους βομβαρδισμούς. Να εφαρμόζεται το διεθνές δίκαιο προκειμένου να ελεγχονται οι ισχυροί. Η διαρκής ασφάλεια να βασίζεται στη νομιμότητα και όχι στα ερείπια αποτυχημένων στρατιωτικών επεμβάσεων.

Η παγίδα του «εκπολιτισμού»

Υπάρχει, όμως, μια ακόμα μεγαλύτερη παγίδα που παραλύει τη διεθνή πολιτική εδώ και χρόνια. Κύκλοι στην Ουάσινγκτον, την Ιερουσαλήμ και το Βερολίνο, βλέπουν τον πόλεμο κατά του Ιράν μέσα από ένα πολιτισμικό πρίσμα: η φωτισμένη Δύση αμύνεται ενάντια στη βαρβαρότητα. Αυτό το αφήγημα έχει γίνει η ιδεολογική συγκολλητική ουσία της παγκόσμιας ακροδεξιάς και είναι τόσο επικίνδυνη όσο και ιδιοτελής. Παράγει ηθικές αντιλήψεις που επιτρέπουν τη βία: μερικές ζωές έχουν μεγαλύτερη σημασία, μερικά κράτη αξίζουν λιγότερη κυριαρχία, μερικές βόμβες είναι πιο νόμιμες από άλλες.

Ο ακροδεξιός πολιτισμός μπορεί να ικανοποιήσει όσους τρέφουν ένα μετα-αποικιακό δυτικό hangover. Την ανάγκη, δηλαδή, να νιώσουν ότι η ιστορία έχει μια πολιτισμένη πλευρά και μια βάρβαρη. Αλλά δεν έχει καμία σχέση με τις αρχές που συγκρατούν την παγκόσμια τάξη. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ειρήνη, η κυρίαρχη ισότητα των εθνών και η απαγόρευση της χρήσης βίας: αυτές δεν είναι ευρωπαϊκές εφευρέσεις που κληροδοτήθηκαν γενναιόδωρα στον υπόλοιπο κόσμο. Είναι παγκοσμίως κοινές αρχές, εν μέρει κερδισμένες μέσα από τους αντιαποικιακούς αγώνες εναντίον των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, με τεράστιο ανθρώπινο κόστος. Μια Ευρώπη που μιλάει για αυτές τις αρχές πρέπει να το κάνει ως ισότιμος εταίρος, όχι ως θεματοφύλακας του πολιτισμού.

Αυτή είναι η εξωτερική πολιτική που χρειάζεται η Ευρώπη. Οι Σάντσεθ και Στόρε την υποστηρίζουν. Το ερώτημα είναι αν αρκετοί από τους Ευρωπαίους ηγέτες ακούν.

*Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Τζόρτζταουν του Κατάρ 

Πηγή: https://eteron.org/, σε συνεργασία με το Social Europe

Το πρωτότυπο άρθρο https://neostrategy.gr/i-ispania-kai-i-norvigia-deichnoun-to-dromo-gia-tin-evropi/ ανήκει στο Neostrategy.gr .