Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Ρήγμα Τραμπ–Ζελένσκι: Στη Νορβηγία αναζητείται διέξοδος για την Ουκρανία

Μια λέξη μπορεί να αποκτήσει τεράστια γεωπολιτική σημασία. Στην υπόθεση του Great Sea Interconnector, της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, αυτή η λέξη είναι η «ενημέρωση».

Πίσω από μια φαινομενικά τεχνική διαδικασία βρίσκεται μια ουσιαστική διαφορά σχετικά με την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, την ελευθερία πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και τον ρόλο που διεκδικεί η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι δραστηριότητες σε περιοχές τις οποίες θεωρεί τουρκική υφαλοκρηπίδα πρέπει προηγουμένως να αποτελούν αντικείμενο συνεννόησης με την ίδια.

Η λογική αυτή δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα για την ελληνική πλευρά: ακόμη και εάν η διαδικασία ονομαστεί «ενημέρωση» αντί «αδειοδότηση», πρέπει να εξεταστεί εάν στην πράξη καταλήγει να εξαρτά τις εργασίες από την αποδοχή της Τουρκίας.

Η εποικοδομητική ασάφεια και οι τουρκικές διεκδικήσεις

Η διαφορά ανάμεσα σε μια τεχνική ενημέρωση για λόγους ασφάλειας ναυσιπλοΐας και σε μια διαδικασία προηγούμενης πολιτικής συναίνεσης είναι καθοριστική.

Η πρώτη μπορεί να αποτελεί συνήθη πρακτική για την ασφαλή πραγματοποίηση ναυτικών εργασιών. Η δεύτερη μπορεί να αναγνωρίζει, έστω εμμέσως, δικαιοδοσία σε κράτος που προβάλλει αμφισβητούμενες αξιώσεις.

Αυτή ακριβώς είναι η παγίδα της εποικοδομητικής ασάφειας.

Η Τουρκία μπορεί να αποφεύγει, σε ορισμένες περιπτώσεις, την άμεση διατύπωση της λέξης «άδεια», επιμένοντας αντί αυτής στην προηγούμενη επικοινωνία και στον συντονισμό. Εάν όμως η διαδικασία χρησιμοποιείται για να καθορίσει αν και πότε επιτρέπεται σε ένα πλοίο να πραγματοποιήσει εργασίες, η πρακτική συνέπειά της πλησιάζει εκείνη μιας διαδικασίας έγκρισης.

Το κρίσιμο ζήτημα για την Αθήνα είναι να μη δημιουργηθεί προηγούμενο σύμφωνα με το οποίο η πόντιση υποβρυχίων καλωδίων εξαρτάται από τουρκική συγκατάθεση.

Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο σε θαλάσσιες περιοχές όπου η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει τις τουρκικές διεκδικήσεις.

Τι λέει το Δίκαιο της Θάλασσας

Το άρθρο 79 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας κατοχυρώνει το δικαίωμα όλων των κρατών να ποντίζουν υποβρύχια καλώδια και αγωγούς στην υφαλοκρηπίδα.

Η παράγραφος 2 ορίζει ότι το παράκτιο κράτος δεν μπορεί να εμποδίζει γενικά την πόντιση ή τη συντήρηση καλωδίων, με την επιφύλαξη συγκεκριμένων δικαιωμάτων του.

Είναι σημαντική η διάκριση που εισάγει η παράγραφος 3: η συναίνεση του παράκτιου κράτους για τη χάραξη διαδρομής αναφέρεται στους υποβρύχιους αγωγούς, όχι γενικά στα καλώδια.

Υπάρχουν επιπλέον ειδικοί κανόνες για εργασίες στα χωρικά ύδατα, για την προστασία εγκαταστάσεων και για επιμέρους ερευνητικές δραστηριότητες. Επομένως, απαιτείται ακριβής εξέταση του είδους κάθε εργασίας και του σημείου όπου πραγματοποιείται.

Η βασική αρχή, πάντως, είναι σαφής: η απλή διέλευση υποβρυχίου ηλεκτρικού καλωδίου από υφαλοκρηπίδα δεν θεμελιώνει από μόνη της γενικό δικαίωμα αδειοδότησης από το παράκτιο κράτος.

Το ντοκουμέντο του 1986 που εκθέτει την Άγκυρα

Εδώ βρίσκεται ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο, το οποίο έχει ήδη αναδείξει το Geopolitico.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026 δημοσιεύτηκε η ανάλυση του Νικόδημου Καλλιντέρη με τίτλο:

«Η τουρκική νομοθεσία του 1986 εκθέτει τη σημερινή στάση της Τουρκίας για τον Great Sea Interconnector».

Στο δημοσίευμα παρουσιάζεται η τουρκική κανονιστική πράξη 86/11264 της 17ης Δεκεμβρίου 1986, η οποία αφορά την τουρκική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη στη Μαύρη Θάλασσα.

Το άρθρο 3 αναγνωρίζει στα πλοία άλλων κρατών την ελευθερία ναυσιπλοΐας και στα άλλα κράτη την ελευθερία πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών στην εν λόγω ζώνη.

Η ίδια διάταξη αναφέρει ότι κατά την άσκηση αυτών των ελευθεριών πρέπει να τηρείται η τουρκική νομοθεσία και η γενική πρακτική.

Πρόκειται για σημαντική αναγνώριση εκ μέρους της ίδιας της Τουρκίας ότι η ύπαρξη τουρκικής ΑΟΖ δεν δημιουργεί αυτομάτως αποκλειστική εξουσία έγκρισης της πόντισης καλωδίων από τρίτα κράτη.

Η τουρκική νομοθεσία του 1986 εκθέτει τη σημερινή στάση της Τουρκίας για τον Great Sea Interconnector

Η αντίφαση ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο

Το πολιτικό και νομικό ερώτημα είναι προφανές.

Πώς είναι δυνατόν η Τουρκία να αναγνωρίζει στην ΑΟΖ της στη Μαύρη Θάλασσα την ελευθερία τρίτων κρατών να ποντίζουν υποβρύχια καλώδια και, στην Ανατολική Μεσόγειο, να προβάλλει αξιώσεις προηγούμενου συντονισμού που ενδέχεται να λειτουργούν ως δικαίωμα έγκρισης;

Η διαφορά γεωγραφικού και νομικού πλαισίου δεν επιτρέπει να υποστηριχθεί απλουστευτικά ότι η τουρκική πράξη του 1986 εφαρμόζεται αυτομάτως στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ωστόσο, αποτελεί ισχυρό τεκμήριο της τουρκικής κρατικής πρακτικής και αναδεικνύει την αντίφαση με το γενικευμένο δικαίωμα παρέμβασης που προβάλλει σήμερα η Άγκυρα.

Επιπλέον, η ίδια η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, παρότι ορισμένες από τις αρχές της εκφράζουν και εθιμικό διεθνές δίκαιο.

Το επιχείρημα του 1986 μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την ελληνική διπλωματία με συγκεκριμένο στόχο: να καταδειχθεί ότι ακόμη και η τουρκική νομική πρακτική αναγνωρίζει την ελευθερία πόντισης καλωδίων.

Το δημοσίευμα της Milliyet και η γαλλική διάσταση

Μια πρόσθετη πτυχή προκύπτει από το δημοσίευμα της τουρκικής Milliyet και του Οζάι Σεντίρ, το οποίο επίσης ανέδειξε το Geopolitico στις 9 Οκτωβρίου.

Ο Τούρκος αρθρογράφος υποστήριξε ότι, εφόσον οι εργασίες πραγματοποιούνται από πλοία με γαλλική σημαία, το ζήτημα της συνεννόησης πρέπει να εξεταστεί μεταξύ Άγκυρας και Παρισιού.

Η επιχειρηματολογία του ξεπερνά την απλή τεχνική επικοινωνία μιας εταιρείας με τις αρμόδιες ναυτιλιακές αρχές.

Ουσιαστικά προβάλλεται η αξίωση η Τουρκία να συνομιλεί με τη Γαλλία για εργασίες σε περιοχή όπου η Αθήνα δεν αναγνωρίζει τουρκική αρμοδιότητα έγκρισης.

Η συγκεκριμένη τουρκική θέση έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή επιχειρεί να προσδώσει διακρατική διάσταση στις απαιτήσεις της Άγκυρας και να καθιερώσει την Τουρκία ως αναγκαίο συνομιλητή πριν από την έναρξη των εργασιών.

Η Ελλάδα δεν πρέπει να ζητήσει άδεια

Το συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η Ελλάδα οφείλει να διαχωρίζει απολύτως τρεις διαφορετικές διαδικασίες: την ενημέρωση για λόγους ναυσιπλοΐας, τη νόμιμη τεχνική συνεργασία και την αναζήτηση πολιτικής άδειας.

Η πρώτη δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη δεύτερη ή την τρίτη.

Η Αθήνα δεν έχει λόγο να αποδεχθεί την Τουρκία ως αδειοδοτούσα αρχή σε περιοχές όπου δεν αναγνωρίζει τέτοια δικαιοδοσία.

Ο κίνδυνος από μια ασαφή διαδικασία δεν είναι μόνο επιχειρησιακός. Είναι και διπλωματικός.

Η Άγκυρα ενδέχεται να επικαλεστεί στο μέλλον προηγούμενες επικοινωνίες ή συνεννοήσεις ως στοιχεία που, κατά τη δική της ερμηνεία, επιβεβαιώνουν ότι διαθέτει αρμοδιότητα στις επίμαχες περιοχές. Πρόκειται για ενδεχόμενο που χρειάζεται ρητές επιφυλάξεις και καθαρή νομική τοποθέτηση, αν και μια τεχνική ενημέρωση δεν δημιουργεί από μόνη της νόμιμο τουρκικό δικαίωμα.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι να συμφωνήσουν όλοι σε μια λέξη. Είναι να μην αποκτήσει η Τουρκία, μέσω της διαδικασίας, εξουσία που δεν της αναγνωρίζει το εφαρμοστέο διεθνές δίκαιο.

Το Great Sea Interconnector μετατρέπεται έτσι σε δοκιμασία όχι μόνο της ενεργειακής στρατηγικής Ελλάδας και Κύπρου, αλλά και της αντοχής της ελληνικής διπλωματίας απέναντι στη σταδιακή δημιουργία τετελεσμένων.

Η πόντιση του καλωδίου δεν πρέπει να μετατραπεί σε διαδικασία τουρκικής αδειοδότησης.

Το πρωτότυπο άρθρο https://geopolitico.gr/2026/10/rigma-trab-zelenski-sti-norvigia-anaziteitai-diexodos-gia-tin-oukrania/ ανήκει στο Πολιτική – Geopolitico .
‹ ›