
Στην αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και την ανάγκη συντονισμένης ευρωπαϊκής δράσης, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Θανάσης Κοντογεώργης, σε συνέντευξή του στον Real FM.
Μέχρι τότε, όπως ανέφερε, η κυβέρνηση θα συνεχίσει να αξιοποιεί τις εθνικές δυνατότητες, με το υφιστάμενο πλαίσιο παρεμβάσεων να επαναξιολογείται περίπου ανά δεκαπενθήμερο. Υπενθύμισε ότι από την άνοιξη έχουν πραγματοποιηθεί παρεμβάσεις ύψους περίπου 1,5 δισ. ευρώ. «Αυτά τα οποία κάνουμε αυτή τη στιγμή, προφανώς είναι μια ανακούφιση. Μια σημαντική ανακούφιση για αρκετούς», ανέφερε, τονίζοντας ότι για να υπάρξει οριστική λύση απαιτείται ευρωπαϊκή παρέμβαση.
Για το κόστος διαβίωσης, τόνισε ότι είναι «το σημαντικότερο αυτή τη στιγμή για όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και εξέφρασε την εκτίμηση ότι, παρά τις καθυστερήσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση τελικά λαμβάνει τις σωστές αποφάσεις.
«Δεν πρέπει να την μαστιγώνουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση γιατί είναι το σπίτι μας», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα, επειδή «έχει φωνή», μπορεί να ασκεί και σκληρή κριτική. Χαρακτήρισε «σημαντικό πρώτο βήμα» τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, μετά την επιστολή του πρωθυπουργού και τις συμμαχίες που διαμορφώνονται, σημειώνοντας ότι μένει να αποσαφηνιστεί η έκταση της δημοσιονομικής ευελιξίας που τελικά θα δοθεί.
Περνώντας στον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, ο υφυπουργός επισήμανε την ανάγκη να εξισορροπηθούν οι αυξημένες ανάγκες για άμυνα, ενεργειακή αυτονομία και ανταγωνιστικότητα, με τη διαφύλαξη των πόρων για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τις Περιφέρειες. «Εκπτώσεις στους πόρους για την κοινωνική συνοχή και συνοχή ευρύτερα και για την Κοινή Αγροτική Πολιτική δεν θα δεχτούμε», τόνισε, σημειώνοντας ότι «οι φίλοι της συνοχής», αρκετές χώρες που βρίσκονται στην ίδια γραμμή με την Ελλάδα, συνεχίζουν να διεκδικούν το καλύτερο δυνατό. Χαρακτήρισε τη διαπραγμάτευση για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, έναν «μεγάλο συμβιβασμό», επισημαίνοντας ότι η ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, το δεύτερο εξάμηνο του 2027, θα κληθεί να συμβάλει στην ολοκλήρωσή της, κάτι που απαιτεί «διπλωματικό κεφάλαιο και ικανότητα και ατζέντα», τα οποία, όπως είπε, διαθέτει η ελληνική πλευρά.
Αυτά αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων.


