
Η λέξη «γενοκτονία» εξακολουθεί να προκαλεί βαθιές πολιτικές αντιπαραθέσεις όταν χρησιμοποιείται για όσα συμβαίνουν στη Γάζα. Κυβερνήσεις την απορρίπτουν, πολιτικές δυνάμεις διχάζονται γύρω από τη χρήση της και όσοι αρνούνται να την αποδεχθούν επικαλούνται την απουσία οριστικής δικαστικής απόφασης.
Το Νόμπελ απέναντι στην ατιμωρησία
Η βράβευση έρχεται σε μια στιγμή που η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ έχει επιβάλει κυρώσεις σε δικαστές και εισαγγελείς του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει εντάλματα σύλληψης εναντίον του Νετανιάχου και του Γκάλαντ για φερόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Η Ουάσιγκτον απορρίπτει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου επί Αμερικανών και Ισραηλινών αξιωματούχων. Η σύγκρουση αφορά, επομένως, κάτι βαθύτερο από μια διαφωνία για συγκεκριμένες αποφάσεις. Αφορά το κατά πόσο οι διεθνείς δικαστικοί θεσμοί μπορούν να ερευνούν την εξουσία χωρίς να τιμωρούνται οι ίδιοι οι λειτουργοί τους.
Σε αυτή τη συγκυρία, η Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ επέλεξε να τιμήσει μια δικαστικό που έχει αφιερώσει τη ζωή της ακριβώς σε αυτή την προσπάθεια. Και το μήνυμα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν ορισμένοι από τους πολιτικούς ηγέτες που βρίσκονται στο επίκεντρο των διεθνών ερευνών απορρίπτουν εκ των προτέρων κάθε δυσμενές συμπέρασμα.
Και υπάρχει μια τελευταία, ουσιαστική διάσταση. Επί χρόνια, η συζήτηση για τη Γάζα συνοδεύεται από προσπάθειες να παρουσιαστεί ακόμη και η χρήση της λέξης «γενοκτονία» ως πολιτική υπερβολή. Το πόρισμα της επιτροπής του ΟΗΕ αμφισβητεί αυτή την αντιμετώπιση με νομικά επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία. Το Νόμπελ Ειρήνης στη γυναίκα που προήδρευσε αυτής της επιτροπής προσθέτει τώρα το βάρος μιας διεθνούς συμβολικής αναγνώρισης.
Όσοι απαιτούν μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση προτού τολμήσουν να προφέρουν τη λέξη “γενοκτονία” μπορούν να συνεχίσουν να περιμένουν. Για τους νεκρούς της Γάζας, όμως, καμία μελλοντική δικαστική απόφαση δεν θα μπορέσει να αναπληρώσει τη σιωπή εκείνων που αρνήθηκαν να μιλήσουν όταν ακόμη μπορούσαν να σωθούν ζωές.


