Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη * Μεγάλη στιγμή της Σωτηρίας σε αυτές τις συνεργασίες, το «Μην κλαις». Που εκφέρεται τόσο δωρικά, όσο να σε αφήνει, εσένα τον ακροατή, να λυθείς σε κλάμα, για να σε επαναφέρει η παλλαϊκή παρηγόρια της Μπέλλου: «Μην κλαις και μη λυπάσαι που βραδιάζει, εμείς που ζήσαμε φτωχοί, του κόσμου η βροχή δε μας πειράζει, εμείς που ζούμε μοναχοί»… Διαβάστε επίσης:Μητσοτάκης: Επίκληση στο Διεθνές Δίκαιο, χωρίς αναφορά στη Γάζα - The Press Project - Ειδήσεις, Αναλύσεις, Ραδιόφωνο, ΤηλεόρασηΕίναι αυτά τα «μην» και τα «δεν», της Σωτηρίας Μπέλλου στη ζωή και στο τραγούδι. Και ο τρόπος της να τά γυρίζει, ακόμη και τα πιο ζοφερά «δεν», σε μια κατάφαση για την ζωή. Για τον έρωτα. Για την αγάπη. «Όταν ακούμε τη Σωτηρία να τραγουδάει πλημμυρίζουμε χαρά. Διότι νιώθουμε ότι μέσα στη φωνή της μάς αγαπάει έτσι ακριβώς όπως είμαστε», όπως τό είχε θέσει ο Διονύσης Σαββόπουλος. Κάτι που γίνεται ανάγλυφο, το 1981, στο «Φράγμα» του Δήμου Μούτση, σε στίχους Κώστα Τριπολίτη. Το «Φράγμα» έγραψε ιστορία ως ορόσημο, αλλά και ως ανθρωπογεωγραφία, αστικών και μικροαστικών κοινωνικών τοπίων. Η Σωτηρία είχε ήδη, από το 1975 και το άλμπουμ του Διονύση Σαββόπουλου «10 χρόνια κομμάτια» κάνει μια γενναία κατάθεση με το «Ζεϊμπέκικο / Με αεροπλάνα και βαπόρια» (που είχε γραφτεί το 1972 για το «Βρώμικο ψωμί»). Διαβάστε επίσης:Γκίλφοϊλ: Ανατρέπουμε όποια κυβέρνηση θέλουμε και στην ΕλλάδαΌμως, κρατάω σα φυλαχτό αυτή την, άλλη, μεγάλη της στιγμή. «Δε λες κουβέντα» (κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα). Στην ωριμότητά της, όταν πια εξέλιπε ο όποιος λυρισμός και μπήκε, αμετάκλητα, ο ορισμός «Σωτηρία Μπέλλου» στο ελληνικό τραγούδι. Η ιστορία λέει πως ο Μούτσης τής έδωσε στο στούντιο να τραγουδήσει μόνον τα κουπλέ. Και είπε ο ίδιος, κρυφά, τα ρεφρέν. Και ο θρύλος λέει ότι, μόλις άκουσε ολοκληρωμένο το τραγούδι, όρμηξε σαν σίφουνας στο σπίτι του και μετά και στη δισκογραφική «Λύρα» του Αλέκου Πατσιφά, λέγοντας ότι τής έδωσε ένα τραγούδι όλο «δεν», που υπονοεί κάπου την «αγάπη» αλλά δεν λέει «Σ’ αγαπώ». Και… όρμηξε και με ασφαλιστικά μέτρα για την κυκλοφορία του «Δε λες κουβέντα». Διαβάστε επίσης:Ζοφερές εικόνες της παγκόσμιας τάξης πραγμάτωνΟ ίδιος θρύλος λέει, επίσης, ότι τά βρήκαν γρήγορα με τον Πατσιφά. Αλλά και με το Δήμο Μούτση. Και, τελικά, έδωσε την… ευχή της. Με μια ανθοδέσμη! «Δε λες κουβέντα», λοιπόν. «Κι ακούω μόνον συνθήματα μεταλλικά των μικροφώνων». Εκείνη μπαίνει μέσα στο τραγούδι με φωνή και εκφορά, βαριά σαν όλη τη μουσική Ιστορία (κυρίως του ρεμπέτικου) που προηγήθηκε. Πάντα δίχως πάθος. Και δίχως φόβο. Και πως μπαίνει! Πόσο οριστικά και αμετάκλητα με αυτό το «Δε(ν)»… Και ορίζει τη θερμοκρασία και τη γεωγραφία του τραγουδιού. Αμετάκλητα κι αυτά. Προσπαθήστε να διακρίνετε αυτή την υποψία «Νι» που αφήνει στο «Δε» του τραγουδιού «Δε λες κουβεντα». Για να γίνει το «Δεν» της ολόκληρο! Σιγά που θα τή διόρθωνε η «σωστή» ορθογραφία. Που δεν τή «διόρθωσε», τη Σωτηρία, σε όλη της τη ζήση… Τό έγραψε εύστοχα και ανακεφαλαιωτικά ο Μάνος Λαμπράκης, και τόν επικαλούμαι: «Η Μπέλλου δεν εξευγενίστηκε ποτέ αρκετά ώστε να γίνει αποδεκτή από τον ελληνικό πολιτισμό. Ήταν ο ελληνικός πολιτισμός που χρειάστηκε να αλλάξει αρκετά ώστε να μπορέσει κάποτε να αποδεχθεί τη Μπέλλου». Τελευταία, στάση σε ένα άλμπουμ του αξέχαστου Δημήτρη Λάγιου, σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη, το 1983. «Άη Λαός». Εκεί που «θα με δικάσει ο κούκος και τ’ αηδόνι» κι οι «Τσέτες θα κρεμάνε το Χριστό, τις νύχτες που θα πέφτει άσπρο χιόνι»… Ο «Άη λαός» που, τούτο το καλοκαίρι, συνδυάστηκε με τις σπαρακτικές «Τρωάδες» του Ευριπίδη, από τον Στέλιο Βραχνή, με Εκάβη την Γιώτα Φέστα. Μια ακόμη ευκαιρία να φωτισθεί το, μάλλον ξεχασμένο, διαμάντι του Λάγιου («Τι πάθος»). Κι εκείνη η αδαμάντινη, κοφτερή ερμηνεία και εκφορά της Σωτηρίας Μπέλλου. Ακούστε το «Περαστικός κι αμίλητος κι απ’ τη ζωή φευγάτος, ή ο Θεός θα ‘ν’ άδικος ή θα ‘ν’ ο κόσμος σκάρτος». Σπαρακτικό, δίχως ίχνος σπαραγμού στη φωνή. Και, κρατείστε τη Μνήμη της. Με ήχο που περιλαμβάνει όλη τη ζήση της, όλα τα «Δεν» της και όλη την Ιστορία. Εκεί, σε αυτό το χωροχρόνο, που «σε μια έρημη εκλησιά ζωγράφισε ο Θεόφιλος με αίμα τον Χάρο να φοράει θαλασσιά»… Εικόνα από το εκπαιδευτικό digicult-evoia.alonaki – Ψηφιακός Πολιτιστικός Οδηγός Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας από τον Σύλλογο Ελληνικής Πολιτιστικής Παράδοσης Χαλκίδας «τ’ Αλωνάκι». * Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος Το πρωτότυπο άρθρο https://neostrategy.gr/ta-den-tis-sotirias-bellou/ ανήκει στο Neostrategy.gr . 0 Facebook-messenger 0 Viber 0 Whatsapp 0 Facebook 0 Twitter 0 Telegram 0 Email
Μεγάλη στιγμή της Σωτηρίας σε αυτές τις συνεργασίες, το «Μην κλαις». Που εκφέρεται τόσο δωρικά, όσο να σε αφήνει, εσένα τον ακροατή, να λυθείς σε κλάμα, για να σε επαναφέρει η παλλαϊκή παρηγόρια της Μπέλλου: «Μην κλαις και μη λυπάσαι που βραδιάζει, εμείς που ζήσαμε φτωχοί, του κόσμου η βροχή δε μας πειράζει, εμείς που ζούμε μοναχοί»…
Είναι αυτά τα «μην» και τα «δεν», της Σωτηρίας Μπέλλου στη ζωή και στο τραγούδι. Και ο τρόπος της να τά γυρίζει, ακόμη και τα πιο ζοφερά «δεν», σε μια κατάφαση για την ζωή. Για τον έρωτα. Για την αγάπη. «Όταν ακούμε τη Σωτηρία να τραγουδάει πλημμυρίζουμε χαρά. Διότι νιώθουμε ότι μέσα στη φωνή της μάς αγαπάει έτσι ακριβώς όπως είμαστε», όπως τό είχε θέσει ο Διονύσης Σαββόπουλος.
Κάτι που γίνεται ανάγλυφο, το 1981, στο «Φράγμα» του Δήμου Μούτση, σε στίχους Κώστα Τριπολίτη. Το «Φράγμα» έγραψε ιστορία ως ορόσημο, αλλά και ως ανθρωπογεωγραφία, αστικών και μικροαστικών κοινωνικών τοπίων.
Η Σωτηρία είχε ήδη, από το 1975 και το άλμπουμ του Διονύση Σαββόπουλου «10 χρόνια κομμάτια» κάνει μια γενναία κατάθεση με το «Ζεϊμπέκικο / Με αεροπλάνα και βαπόρια» (που είχε γραφτεί το 1972 για το «Βρώμικο ψωμί»).
Όμως, κρατάω σα φυλαχτό αυτή την, άλλη, μεγάλη της στιγμή. «Δε λες κουβέντα» (κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα). Στην ωριμότητά της, όταν πια εξέλιπε ο όποιος λυρισμός και μπήκε, αμετάκλητα, ο ορισμός «Σωτηρία Μπέλλου» στο ελληνικό τραγούδι.
Η ιστορία λέει πως ο Μούτσης τής έδωσε στο στούντιο να τραγουδήσει μόνον τα κουπλέ. Και είπε ο ίδιος, κρυφά, τα ρεφρέν.
Και ο θρύλος λέει ότι, μόλις άκουσε ολοκληρωμένο το τραγούδι, όρμηξε σαν σίφουνας στο σπίτι του και μετά και στη δισκογραφική «Λύρα» του Αλέκου Πατσιφά, λέγοντας ότι τής έδωσε ένα τραγούδι όλο «δεν», που υπονοεί κάπου την «αγάπη» αλλά δεν λέει «Σ’ αγαπώ». Και… όρμηξε και με ασφαλιστικά μέτρα για την κυκλοφορία του «Δε λες κουβέντα».
Ο ίδιος θρύλος λέει, επίσης, ότι τά βρήκαν γρήγορα με τον Πατσιφά. Αλλά και με το Δήμο Μούτση. Και, τελικά, έδωσε την… ευχή της. Με μια ανθοδέσμη!
«Δε λες κουβέντα», λοιπόν. «Κι ακούω μόνον συνθήματα μεταλλικά των μικροφώνων». Εκείνη μπαίνει μέσα στο τραγούδι με φωνή και εκφορά, βαριά σαν όλη τη μουσική Ιστορία (κυρίως του ρεμπέτικου) που προηγήθηκε. Πάντα δίχως πάθος. Και δίχως φόβο.
Και πως μπαίνει! Πόσο οριστικά και αμετάκλητα με αυτό το «Δε(ν)»… Και ορίζει τη θερμοκρασία και τη γεωγραφία του τραγουδιού. Αμετάκλητα κι αυτά.
Προσπαθήστε να διακρίνετε αυτή την υποψία «Νι» που αφήνει στο «Δε» του τραγουδιού «Δε λες κουβεντα». Για να γίνει το «Δεν» της ολόκληρο! Σιγά που θα τή διόρθωνε η «σωστή» ορθογραφία. Που δεν τή «διόρθωσε», τη Σωτηρία, σε όλη της τη ζήση…
Τό έγραψε εύστοχα και ανακεφαλαιωτικά ο Μάνος Λαμπράκης, και τόν επικαλούμαι: «Η Μπέλλου δεν εξευγενίστηκε ποτέ αρκετά ώστε να γίνει αποδεκτή από τον ελληνικό πολιτισμό. Ήταν ο ελληνικός πολιτισμός που χρειάστηκε να αλλάξει αρκετά ώστε να μπορέσει κάποτε να αποδεχθεί τη Μπέλλου».
Τελευταία, στάση σε ένα άλμπουμ του αξέχαστου Δημήτρη Λάγιου, σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη, το 1983. «Άη Λαός». Εκεί που «θα με δικάσει ο κούκος και τ’ αηδόνι» κι οι «Τσέτες θα κρεμάνε το Χριστό, τις νύχτες που θα πέφτει άσπρο χιόνι»…
Ο «Άη λαός» που, τούτο το καλοκαίρι, συνδυάστηκε με τις σπαρακτικές «Τρωάδες» του Ευριπίδη, από τον Στέλιο Βραχνή, με Εκάβη την Γιώτα Φέστα.
Μια ακόμη ευκαιρία να φωτισθεί το, μάλλον ξεχασμένο, διαμάντι του Λάγιου («Τι πάθος»). Κι εκείνη η αδαμάντινη, κοφτερή ερμηνεία και εκφορά της Σωτηρίας Μπέλλου.
Ακούστε το «Περαστικός κι αμίλητος κι απ’ τη ζωή φευγάτος, ή ο Θεός θα ‘ν’ άδικος ή θα ‘ν’ ο κόσμος σκάρτος». Σπαρακτικό, δίχως ίχνος σπαραγμού στη φωνή.
Και, κρατείστε τη Μνήμη της. Με ήχο που περιλαμβάνει όλη τη ζήση της, όλα τα «Δεν» της και όλη την Ιστορία. Εκεί, σε αυτό το χωροχρόνο, που «σε μια έρημη εκλησιά ζωγράφισε ο Θεόφιλος με αίμα τον Χάρο να φοράει θαλασσιά»…
Εικόνα από το εκπαιδευτικό digicult-evoia.alonaki – Ψηφιακός Πολιτιστικός Οδηγός Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας από τον Σύλλογο Ελληνικής Πολιτιστικής Παράδοσης Χαλκίδας «τ’ Αλωνάκι».
* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος