
Στη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την υπόθεση πολιτικά τόσο ευαίσθητη. Σύμφωνα με τους New York Times, η αμερικανική κυβέρνηση δεν περιορίστηκε στη δημιουργία ενός ευνοϊκού επενδυτικού περιβάλλοντος. Ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ απέστειλε επιστολή προς τον πρόεδρο του Καζακστάν εκφράζοντας την πλήρη στήριξη της Ουάσιγκτον στο συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο, ενώ δύο αμερικανικοί κρατικοί χρηματοδοτικοί οργανισμοί εξέδωσαν επιστολές πρόθεσης για δάνεια και εγγυήσεις που θα μπορούσαν να φθάσουν συνολικά τα 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια. Κατά την τελική φάση των διαπραγματεύσεων, ο ίδιος ο Τραμπ συμμετείχε τηλεφωνικά στη συνομιλία με τον πρόεδρο του Καζακστάν προκειμένου να κλείσει η συμφωνία. Τίποτα από αυτά δεν είναι από μόνο του παράνομο. Η προώθηση επενδύσεων στο εξωτερικό αποτελεί διαχρονικό εργαλείο της αμερικανικής διπλωματίας. Το ζήτημα βέβαια γίνεται πολύ πιο σύνθετο όταν εταιρείες που επωφελούνται από αυτή τη στρατηγική συνδέονται άμεσα με τις οικογένειες κορυφαίων κυβερνητικών αξιωματούχων. Οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο ζητούν ήδη τη διερεύνηση ορισμένων από αυτές τις υποθέσεις, ενώ ακόμη και αξιωματούχοι της ίδιας της κυβέρνησης, σύμφωνα με την έρευνα της εφημερίδας, εξέφρασαν προβληματισμό για την όλη εικόνα που δημιουργείται. Ο Λευκός Οίκος απορρίπτει βέβαια κάθε υπόνοια σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι μοναδικό κριτήριο των αποφάσεων είναι η ενίσχυση της αμερικανικής οικονομικής και εθνικής ασφάλειας. Η υπόθεση αναδεικνύει όμως και μια βαθύτερη μεταβολή στην αμερικανική οικονομική στρατηγική. Για χρόνια η Ουάσιγκτον κατηγορούσε την Κίνα ότι χρησιμοποιεί κρατικές τράπεζες, επιδοτήσεις και πολιτικές παρεμβάσεις για να δημιουργεί εθνικούς πρωταθλητές σε στρατηγικούς κλάδους. Σήμερα οι ΗΠΑ ακολουθούν μια πολύ πιο ενεργητική βιομηχανική πολιτική από ό,τι στο παρελθόν, χρησιμοποιώντας κρατικά δάνεια, εγγυήσεις, διπλωματικές παρεμβάσεις και δημόσιους πόρους για να επιταχύνουν την ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι, στην περίπτωση της κυβέρνησης Τραμπ, οι οικογένειες του προέδρου και του υπουργού Εμπορίου εμφανίζονται να αποκτούν οικονομικά συμφέροντα στις ίδιες εταιρείες που επωφελούνται από κρατικές χρηματοδοτήσεις και διπλωματικές παρεμβάσεις της Ουάσιγκτον. Η υπόθεση του Καζακστάν αναδεικνύει επομένως πόσο δυσδιάκριτα έχουν γίνει πια τα όρια ανάμεσα στη γεωπολιτική, την οικονομική πολιτική και τα ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα όταν η πρόσβαση στις κρίσιμες πρώτες ύλες μετατρέπεται σε ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα. Η μάχη για το βολφράμιο, τις σπάνιες γαίες και τα υπόλοιπα στρατηγικά ορυκτά δεν αναδιαμορφώνει μόνο τον παγκόσμιο ανταγωνισμό ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Αναδιαμορφώνει και τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η ίδια η εξουσία, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η κρατική στρατηγική και οι ιδιωτικές επενδύσεις συνδέονται πολύ στενότερα από ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν. Και όσο αυτά τα όρια θολώνουν, τόσο εντονότερα θα τίθεται το ερώτημα αν η επίκληση της εθνικής ασφάλειας μπορεί να χρησιμοποιείται για να νομιμοποιεί μια ολοένα στενότερη διαπλοκή ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τα ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα.Η γεωπολιτική ως επιχειρηματική ευκαιρία



