
Χέρι – χέρι, φιλελεύθεροι, σοσιαλδημοκράτες, ακροδεξιοί και φασίστες
στρέφονται ενάντια στις λαϊκές κινητοποιήσεις και διεκδικήσειςΈτσι, η συζήτηση μετατοπίζεται από τις κοινωνικές διεκδικήσεις στην καταστολή και τα «μέτρα πρόληψης». Και σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκαλύπτεται το πραγματικό περιεχόμενο των διακηρύξεων περί «τείχους» απέναντι στην ακροδεξιά και το φασισμό. Χέρι-χέρι, φιλελεύθεροι, σοσιαλδημοκράτες, ακροδεξιοί και φασίστες στρέφονται ενάντια στις λαϊκές κινητοποιήσεις και διεκδικήσεις. Και είναι οι ίδιες δυνάμεις που εμφανίζονται ως εγγυητές της δημοκρατίας εκείνες που, υιοθετώντας τη γλώσσα και την ατζέντα της ακροδεξιάς, διευρύνουν την επιρροή της και ανοίγουν το δρόμο στις αυθεντικές δυνάμεις της «σιδερένιας γροθιάς» και της «μηδενικής ανοχής» -και όχι οι λαοί που διεκδικούν το δίκιο τους, όπως αναμασούν κάθε λογής απολογητές της επικρατούσας πολιτικής τάξης.
Αυτή η συστηματική, καθολική διαστρέβλωση της πραγματικότητας εξυπηρετεί μια προφανή πολιτική σκοπιμότητα, την ποινικοποίηση της κοινωνικής διαμαρτυρίας και της δίκαιης οργής. Εστιάζοντας επιλεκτικά και τροφοδοτώντας αδιέξοδες καταστροφές, επιχειρούν να συκοφαντήσουν και να απομονώσουν τις μεγαλειώδεις νεολαιίστικες και λαϊκές κινητοποιήσεις που ξεσπούν ενάντια στην εξοντωτική ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, την υποβάθμιση και διάλυση της δημόσιας Παιδείας, Υγείας και Πρόνοιας, καθώς και τη λεηλασία των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Οι λαοί εξεγείρονται ενάντια στην ταυτόσημη ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική που έχουν εφαρμόσει όλες οι εκδοχές της αστικής διακυβέρνησης τις τελευταίες δεκαετίες, ανεξάρτητα από το κομματικό τους πρόσημο –«αριστερίζουσες», σοσιαλδημοκρατικές, δεξιές, ακροδεξιές.
Ταυτόχρονα, επιχειρείται να αμαυρωθεί η έννοια της συλλογικής δράσης, να πληγεί η Αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα και να διεγερθούν τα πιο σκοτεινά, συντηρητικά, ρατσιστικά και ξενοφοβικά αντανακλαστικά της κοινωνίας. Στόχος είναι να επικρατήσουν, τελικά, η γενικευμένη ανασφάλεια, ο κοινωνικός αυτοματισμός και ο παραλυτικός φόβος, ώστε να υπονομευθεί το διεκδικητικό κίνημα και να ανακοπεί η εξάπλωση των αγώνων. Να νομιμοποιηθεί η ακραία αστυνομική βαρβαρότητα και η δικαστική αυθαιρεσία ως το «αναγκαίο» αντίδοτο στην κατασκευασμένη «ανομία», αλλά και να δημιουργηθεί κλίμα κοινωνικής συναίνεσης απέναντι σε μέτρα ενός διαρκούς, ολοκληρωτικού, αυταρχικού εκτροχιασμού.
Η κρατική καταστολή ξεδιπλώνεται πλέον απροκάλυπτα στους ευρωπαϊκούς δρόμους, με εκτεταμένα μέτρα «ασφαλείας». Δεκάδες χιλιάδες πάνοπλοι αστυνομικοί, ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων, απαγορεύσεις κυκλοφορίας και διαδηλώσεων, χιλιάδες συλλήψεις και προσαγωγές ακόμα και ανηλίκων, δακρυγόνα, αντλίες νερού και πλαστικές σφαίρες συνθέτουν, ανάλογα με τη χώρα, το σκηνικό της κατασταλτικής κλιμάκωσης και της επίδειξης κρατικής «πυγμής». Πίσω από τα προσχήματα περί «ασφάλειας» προβάλλει καθαρά η σταθερή τους επιδίωξη: η αντιμετώπιση και η καταστολή του αγωνιζόμενου λαού, της νεολαίας και των πρωτοπόρων δυνάμεων της κοινωνίας ως «εσωτερικού εχθρού».
Προληπτική επιχείρηση ιδεολογικής τρομοκράτησης
Η ίδια επιχείρηση φόβου και συκοφάντησης βρήκε πρόθυμους εκφραστές και στην Ελλάδα. Η κυβερνητική προπαγάνδα πρόβαλε εμμονικά τις καταστροφές στην Ευρώπη ως μια σκοτεινή προειδοποίηση προς την ελληνική κοινωνία. Τρομαγμένη από το ενδεχόμενο να συνδεθεί το εγχώριο διεκδικητικό κίνημα με τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις στη Γαλλία, την Ιταλία και την Αλβανία, η κυβέρνηση έσπευσε να εξαπολύσει μια προληπτική επιχείρηση ιδεολογικής τρομοκράτησης. Το μήνυμα ήταν σαφές: κάθε αμφισβήτηση της κυβερνητικής πολιτικής μπορεί να παρουσιαστεί ως προθάλαμος αποσταθεροποίησης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο κατασταλτικός μηχανισμός μπροστά στην πανεκπαιδευτική κινητοποίηση της 21ης Οκτωβρίου προετοιμάστηκε δεόντως. Ο υπουργός «Προστασίας» του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, έδωσε το σύνθημα δηλώνοντας απειλητικά πως «η αντιμετώπιση θα είναι πάρα πολύ αυστηρή». Πριν ακόμη ξεκινήσει η διαδήλωση, η κυβέρνηση φρόντιζε να προβάλει την απειλή της καταστολής, αντιμετωπίζοντας προκαταβολικά την κινητοποίηση ως πιθανή εστία κινδύνου. Την ίδια ώρα, ο Κασιδιάρης και οι δυνάμεις της Ακροδεξιάς σιγοντάριζαν την κρατική πυγμή με τις γνωστές αντικομμουνιστικές κραυγές τους, ισχυριζόμενοι πως «οι κομμουνιστές υποκινούν το χάος στα σχολεία και τα πανεπιστήμια».
Έτσι, η Ελληνική Αστυνομία τέθηκε σε κατάσταση υψίστης επιφυλακής με χιλιάδες ένστολους στους δρόμους, πραγματοποιώντας εκατοντάδες τρομοκρατικούς ελέγχους και προληπτικές προσαγωγές μαθητών και φοιτητών που προσέγγιζαν τη διαδήλωση και επιστρατεύοντας δακρυγόνα και αύρες. Το κέντρο της Αθήνας μετατράπηκε σε «αστακό». Ταυτόχρονα, τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ κινδυνολογούσαν ασύστολα, αναπαράγοντας μια κατασκευασμένη εικόνα επικείμενης καταστροφής. Με υστερικές κραυγές αναφέρονταν σε «μειοψηφίες που επιχειρούν να μεταφέρουν το χάος των Παρισίων στην Αθήνα» και προέτρεπαν «να μη γίνουμε Γαλλία»!
Ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Κυρανάκης, έσπευσε να συνδέσει εικόνες από τη Γαλλία με την επικείμενη πανεκπαιδευτική κινητοποίηση δηλώνοντας προειδοποιητικά στην ΕΡΤ πως «κάποιοι επιδιώκουν να μεταφέρουν στην Ελλάδα εικόνες βίας και καταστροφών από ευρωπαϊκές πόλεις, εμπλέκοντας πολύ νέα παιδιά».
Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης παρενέβη άμεσα με αναρτήσεις, για να κινδυνολογήσει περί «πολιτικής αστάθειας και χάους», στοχοποιώντας μετανάστες και «ακροαριστερούς». Έφτασε μάλιστα στο σημείο απροκάλυπτης πολιτικής εξαπάτησης παρουσιάζοντας ως δήθεν «ντοκουμέντο» των πρόσφατων κινητοποιήσεων στη Γαλλία ένα βίντεο από παλιότερη φιλοπαλαιστινιακή διαδήλωση, προκειμένου να καταγγείλει υστερικά την απουσία… γαλλικών σημαιών!
Η ειρηνική ολοκλήρωση της πορείας διέψευσε την κυβερνητική κινδυνολογία.
πηγή: Λαϊκός Δρόμος



