Η πολιτική του διαδρομή χαρακτηρίστηκε από την ανταγωνιστική σχέση του με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Άλλοτε μόνος του και άλλοτε με τις συνεργασίες με άλλα ισχυρά πρόσωπα του ΠΑΣΟΚ της Μεταπολίτευσης, αμφισβήτησε πτυχές ή και βασικές επιλογές του ηγέτη του κόμματος, φλερτάροντας ενίοτε με την διαγραφή. Θύμιζε τότε ότι “υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ”. Ενώ όμως η “Δημοκρατική Άμυνα” υπήρξε η πρώτη ηχηρή διάσπαση του ΠΑΣΟΚ το 1975, ο Κώστας Σημίτης αντίθετα με ό,τι έπραξαν άλλοι σύντροφοί του (Σάκης Καράγιωργας, Νίκος Κωνσταντόπουλος) παρέμεινε στο Κίνημα, προτιμώντας την απουσία στο εξωτερικό.
- Σπύρος Γκουτζάνης / slpress
Έτσι, δύο χρόνια αργότερα επανήλθε στην Κεντρική Επιτροπή που προέκυψε μετά τις εσωκομματικές εκκαθαρίσεις. Έκτοτε σταδιοδρόμησε σαν κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και μετά το 1981 ως υπουργός του Ανδρέα Παπανδρέου, χωρίς, ωστόσο, να αφήσει ορατό κυβερνητικό έργο, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του τεχνοκράτη και έτσι τον αντιμετώπιζαν και οι άλλοι.
Σταθμό στην κομματική διαδρομή του αποτελεί η συμμετοχή του στην “ομάδα των τεσσάρων” (μαζί με τη Βάσω Παπανδρέου, τον Παρασκευά Αυγερινό και τον Θεόδωρο Πάγκαλο) με την οποία προετοίμασε την διεκδίκηση της ηγεσίας. Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου βρέθηκε βαριά άρρωστος στο Ωνάσειο, τον Ιανουάριο του 1996, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ εξέλεξε τον Κώστα Σημίτη πρωθυπουργό, αφού χρειάστηκε να στηθεί ένας ελιγμός για να εξασφαλίσει την πλειοψηφία. Έπεισαν τον Γιάννη Χαραλαμπόπουλο να θέσει υποψηφιότητα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη διάσπαση των ψήφων και τον αποκλεισμό του Γεράσιμου Αρσένη από τη δεύτερη ψηφοφορία. Από τη στιγμή που είχε αντίπαλό του τον Άκη Τσοχατζόπουλο ο δρόμος για τη νίκη του είχε ανοίξει.
Πριν καλά καλά καθίσει στον πρωθυπουργικό θώκο αντιμετώπισε την κρίση στα Ίμια με τη γνωστή δραματική κατάληξη για το εθνικό συμφέρον. Το πλήγμα αυτό, ωστόσο, δεν τον εμπόδισε μερικούς μήνες αργότερα να κερδίσει και την προεδρία του ΠΑΣΟΚ στο επεισοδιακό συνέδριο του Ιουνίου όπου νίκησε ξανά τον Άκη Τσοχατζόπουλο με σύνθημα “καθαρές λύσεις” και την απειλή ότι εάν δεν εκλεγεί θα παραιτηθεί και από την πρωθυπουργία.
Ο Κώστας Σημίτης είχε εγκαίρως διαγνώσει ότι οι άνεμοι που νεοφιλελευθερισμού που είχαν κυριαρχήσει διεθνώς μετά το 1981, θα καθόριζαν αργά ή γρήγορα και την οικονομική και πολιτική εξέλιξη στην Ελλάδα. Με τον εμβληματικό εκσυγχρονισμό εξέφρασε στα καθ’ ημάς τη φιλελεύθερη μετάλλαξη των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην Ευρώπη που συμβολίστηκε με το Σύμφωνο Μπλερ-Σρέντερ το 2000. H προσαρμογή της Ευρώπης στις νεοφιλελεύθερες απαιτήσεις είχε κωδικοποιηθεί στη Συνθήκη του Μάαστριχτ που είχε υπογράψει το 1992 η κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Για να πετύχει την μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ και την προσαρμογή στη νέα φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία, όμως, προσεταιρίστηκε το βαθύ ΠΑΣΟΚ και τους πελατειακούς μηχανισμούς που είχε διαμορφώσει στην πρώτη οκταετία της διακυβέρνησης 1981-1989. Αν και πέρασε στην ιστορία σαν μεταρρυθμιστής, την κρίσιμη μεταρρύθμιση στο ασφαλιστικό (την οποία ορθώς ή λανθασμένα πίστευε) δεν την προχώρησε, υποχωρώντας στη σκληρή αντίδραση των συνδικαλιστών, πολλοί εκ των οποίων τον είχαν στηρίξει στην άνοδό του στην πρωθυπουργία και στην προεδρία του κόμματος. Πιστώνεται ή χρεώνεται –ανάλογα με την πολιτική οπτική του καθενός– την πρώτη μεγάλη σύγκρουση κράτους-Εκκλησίας στη Μεταπολίτευση και την αντιπαράθεση με τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο γύρω από την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες.
Στο βιβλίο του ο Κώστας Σημίτης αποτιμά θετικά την οκταετία του και παραθέτει ότι το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά 1,4%. Εκ των υστέρων μάλλον είναι φτωχός απολογισμός με δεδομένο τον ευρωπαϊκό πακτωλό κονδυλίων που εισέρρευσε στην οικονομία και που εξασφάλιζε σταθερά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ακόμη περισσότερο εάν ληφθεί υπόψη η απόκρυψη δημόσιου χρέους (κυρίως αμυντικών δαπανών) και η εν γενεί δημιουργική λογιστική, τα περίφημα “greeconomiks”, με την χρήση των οποίων πέτυχε την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη.
Η πρώτη απογραφή του 2004 από την κυβέρνηση της ΝΔ δεν ολοκληρώθηκε, με έναν συμβιβασμό που έκτοτε ακολουθούσε τον Κώστα Καραμανλή. Το εάν η Ελλάδα οδηγήθηκε στη χρεωκοπία το 2010 από τα κρυφά χρέη και τις δεσμεύσεις της εκσυγχρονιστικής διακυβέρνησης Σημίτη ή την άτολμη πολιτική του Κώστα Καραμανλή, είναι ένα από τα κρίσιμα ερωτήματα της Μεταπολίτευσης που μάλλον θα βαραίνει για πολύ ακόμη τον δημόσιο βίο, καθώς έρχεται και επανέρχεται. Πάντως, σίγουρα έπαιξε ρόλο η πανάκριβη Ολυμπιάδα, με την οποία θέλησε να συμβολίσει την “Ισχυρή Ελλάδα”, από την οποία κερδισμένοι βγήκαν μόνο “οι εθνικοί πρωταθλητές”, μία νέα γενιά κρατικοδίαιτων (με την ευρεία έννοια) επιχειρηματιών, την οποία ανέδειξε το “σύστημα εξουσίας Σημίτη”, με το αζημίωτο.
Ο εκσυγχρονισμός του Κώστα Σημίτη εκφράστηκε και με μία νέα αντίληψη στις εξωτερικές σχέσεις, κυρίως στα εθνικά και ειδικότερα στις σχέσεις με την Τουρκία. Η εξωτερική πολιτική του δέχθηκε ισχυρή κριτική ότι ήταν ενδοτική. Για πρώτη φορά η Ελλάδα έφυγε από το δόγμα της “μίας και μόνης διαφοράς – οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ”, αφού κατά τη διάρκεια των διερευνητικών επαφών διαπραγματεύτηκε με την Τουρκία το κυριαρχικό δικαίωμα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, χωρίς να έχει καμία τέτοια υποχρέωση από το διεθνές δίκαιο.
Τον Ιούλιο του 1997, μετά την κρίση στα Ίμια, όπου οι βραχονησίδες έγιναν “γκρίζες”, αναγνωρίστηκαν με την ανακοίνωση της Μαδρίτης «ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο», ανοίγοντας μία επικίνδυνη πόρτα στον τουρκικό επεκτατισμό. Με τη συμφωνία στο Ελσίνκι το 1999 άνοιξε την πόρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Τουρκία, εξασφαλίζοντας την προώθηση της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας με το βαρύ αντάλλαγμα, όμως, ότι αναγνώρισε την ύπαρξη συνοριακών διαφορών με την Τουρκία!
Οι διερευνητικές επαφές είχαν προχωρήσει, αλλά ποτέ δεν έφθασαν στο σημείο συμφωνίας, όπως ψευδώς ισχυρίστηκαν πολλοί εκ των υστέρων. Η κληρονομιά, πάντως, που άφησε στην κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή ήταν αμφίσημη. Η προσέγγισή του στα ελληνοτουρκικά υπήρξε απότοκος της κρίσης των Ιμίων (η πρώτη κατάληψη ελλαδικού εδάφους από ξένη δύναμη μετά τον πόλεμο) και του «ευχαριστώ τους Αμερικάνους». Βαρύ μελανό στίγμα είναι και η παράδοση Οτσαλάν στην Τουρκία με τον γνωστό περιπετειώδη τρόπο στην Κένυα. Ας σημειωθεί ότι εκείνες τις κρίσιμες ημέρες είχε απομονωθεί στο σπίτι του, αφήνοντας τον όλο χειρισμό σε τρεις υπουργούς του, προκειμένου να μην χρεωθεί το βαρύ ηθικό κόστος.
Εάν κάτι δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς στον Κώστα Σημίτη είναι ότι έθετε στόχους και μεθοδικά διαμόρφωνε τους συσχετισμούς που απαιτούνταν για να τους πετύχει. Η πολιτική του εκσυγχρονισμού αγκαλιάστηκε από ένα σύστημα επιχειρηματικών και μιντιακών συμφερόντων που του εξασφάλισε επικοινωνιακή υπεροπλία και αδιατάρακτη πολιτική κυριαρχία ακόμη και όταν ο Κώστας Καραμανλής πλειοψηφούσε στην κοινωνία. Στην πραγματικότητα θυσίασε το εκσυγχρονιστικό διακύβευμα στους συσχετισμούς για να το πετύχει. Η διαπλοκή επί των ημερών του εκσυγχρονίστηκε και απέκτησε τεράστιες διαστάσεις.
- H συνέχεια του άρθρου στο slpress.gr


