Σχόλια
του Θάνου Καμήλαλη
Τον Ιούνιο του 2023 ο Αλέξης Τσίπρας παραιτείται από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Δηλώνει τότε ότι «κατανοώ την ανάγκη για ένα νέο κύμα του ΣΥΡΙΖΑ. Και αποφάσισα να παραμερίσω για να περάσει. Έχω εμπιστοσύνη στο ανθρώπινο δυναμικό του κόμματός μας». Στη συνέχεια μιλάει για μια δική του, «προσωπική πρόκληση», όπως υποστηρίζει. «Να αποδείξω με τη στάση και το παράδειγμά μου ότι στη ζωή, στην πολιτική, ιδίως στην πολιτική που αναφέρεται σε αξίες, μπορείς να είσαι μάχιμος και δημιουργικός, ίσως σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα πιο χρήσιμος, και χωρίς αξιώματα. Να αποδείξω ότι η μάχη για τις ιδέες και η προσφορά δεν ορίζεται από την καρέκλα που κατέχει κανείς».
Είναι μια απόφαση αυτονόητη, η ανάληψη της ευθύνης για την εκλογική κατάρρευση των εκλογών του 2023, μια μοναδική στιγμή στα χρονικά όταν, αντί για την κυβερνηση, στις κάλπες συντρίβεται η αντιπολίτευση. Το 40-17 που γράφει η κάλπη απεναντι στη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η δεύτερη αυτή, οδυνηρή ήττα, δεν αφήνει περιθώρια. Η στρατηγική της διαρκούς κίνησης προς το «κέντρο», ο έρωτας με τη Σοσιαλδημοκρατία, η ιδέα ότι η εξουσία θα επιστρέψει ως «ώριμο φρούτο» και ότι το ΠΑΣΟΚ θα εξαϋλωθεί σταδιακά, η εξαφάνιση αριστερής ρητορικής και η «Προοδευτική Συμμαχία» πέφτουν σε άβυσσο.
Γρήγορα όμως θα φανεί ότι αυτή η ανάληψη ευθύνης για την περίοδο 2019-2023 είναι προσχηματική. Ο Αλέξης Τσίπρας θα περάσει τα επόμενα χρόνια προσπαθώντας να ξεπλύνει τη συντριβή του 2023 και παρακολουθώντας, όχι απαθής, τη διάλυση του κόμματός του. Μέχρι στιγμής, κατά τη διάρκεια της δεύτερης τετραετίας Μητσοτάκη, ο Τσίπρας έχει συντελέσει περισσότερο στην αποδόμηση του ΣΥΡΙΖΑ, παρά της ΝΔ. Θα φανεί στη συνέχεια αν αυτή η τάση θα αναστραφεί.
Με την (πρώτη) παραίτησή του, ξεκινάει ο τοξικός εμφύλιος κατά τις εσωκομματικές εκλογές του ΣΥΡΙΖΑ. Ο πρώην Πρωθυπουργός επιτρέπει στον Στέφανο Κασσελάκη να εμφανιζεται ως προσωπική του επιλογή. Επιλέγει επίσης να μην διαψεύσει τα ψέματα που κυκλοφορεί η πλευρά Κασσελάκη κατά της Έφης Αχτσιόγλου περί SMS που του ζητούσε να παραιτηθεί. Στην προεκλογική μάχη στον ΣΥΡΙΖΑ κυριαρχεί η συζήτηση περί «υπονομευτών»,η θεωρία δηλαδή ότι το κόμμα συνετρίβη διότι συγκεκριμένα στελέχη, που βρέθηκαν και σε υπουργικές θέσεις την περίοδο της διακυβέρνησης, υπονόμευαν τις κινήσεις του Προέδρου.
Ο Κασσελάκης κερδίζει, ο σουρεαλισμός χτυπάει κόκκινο, η αξιωματική αντιπολίτευση γίνεται μεσημεριανάδικο σίριαλ και ο ΣΥΡΙΖΑ διασπάται με την ίδρυση της Νέας Αριστεράς. Τέσσερις μήνες μετά την εκλογή Κασσελάκη, ο Τσίπρας αποφασίζει να παρέμβει εναντίον του νέου Προέδρου, λίγες ώρες πριν ξεκινήσει το συνέδριο του Φεβρουαρίου του 2024. Ο Κασσελάκης επιβιώνει, πρόσκαιρα όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια και, μετά από μήνες ξεκάθαρης σύγκρουσης με τα στελέχη που θεωρούνται «τσιπρικά», έρχεται η εκπαραθύρωση του νέου Προέδρου τον Νοέμβριο του 2024.
Είναι αδύνατο να θεωρήσουμε ότι ο Αλέξης Τσίπρας είχε υπολογίσει εξαρχής όσα επρόκειτο να συμβούν τότε στον ΣΥΡΙΖΑ. Οι υποστηρικτές του θα σπεύσουν να πουν ότι με την αποχώρησή του το κενό στην Κεντροαριστερά έγινε εκκωφαντικό. Ωστόσο, αναμφίβολα, ο ίδιος έχει σημαντική ευθύνη για την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και την απουσία πειστικής εναλλακτικής πρότασης απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, ενώ δεν έγινε ποτέ σαφής οποιαδήποτε επιθυμία απόσυρσης.
Η στάση του είναι αντιφατική: Πρώτα δεν παρεμβαίνει, αφήνοντας πρώην στενούς του συνεργάτες να συκοφαντουνται ανελέητα. Στη συνέχεια παρεμβαίνει, ως θεματοφύλακας του ΣΥΡΙΖΑ, μιλώντας για «φαινόμενα ιδιοτέλειας, ναρκισσισμού, παραβίασης των αρχών της συλλογικότητας και της συντροφικότητας», τα οποία «έχουν παραλύσει τον κομματικό οργανισμό». Ένα εξάμηνο μετά την παραίτησή του από την Προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ, ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο ηγέτης της εσωκομματικής αντιπολίτευσης στον διάδοχό του.
Τον Ιούνιο του 2024 ιδρύεται το Ινστιτούτο Τσίπρα και τον Νοέμβριο του 2024, τα δύο πρόσωπα που διεκδίκησαν την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μετά την αποχώρηση του πρώην Πρωθυπουργού έχουν αποχωρήσει από το κόμμα. Το κόμμα βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Με έναν Πρόεδρο κοινοβουλευτικά αξιοπρεπή αλλά ξεκάθαρα διαχειριστή, με στελέχη σε μόνιμη φθορά λόγω των διαρκών εσωκομματικών κρίσεων, δεν είναι πια κόμμα εξουσίας, είναι πλέον ένα πιθανό συμπλήρωμα σε κάποιο «μέτωπο» απέναντι στη ΝΔ.
Τους επόμενους μήνες οι εκδηλώσεις του Ινστιτούτου πυκνώνουν, με την αντιπολίτευση πρωτοφανώς κατακερματισμένη. Τον Οκτώβριο του 2025 ο Αλέξης Τσίπρας παραιτείται από βουλευτής, με αιχμές και προς την αντιπολίτευση, επιδιώκοντας να παρουσιάσει τον εαυτό του ως άμοιρο ευθυνών. Μιλάει για μία Βουλή «δημοκρατικά απογυμνωμένη, με ευθύνη κυρίως της πλειοψηφίας» και επιτίθεται σε «όσους έχουν την ευθύνη της δημοκρατικής αντιπολίτευσης», λέγοντας ότι «αν δεν μπορούν να παραμερίσουν τις ιδιοτέλειές τους για να προκύψει η αλλαγή, τότε θα πρέπει να γίνουμε όλοι εμείς η αλλαγή που προσδοκούμε».
Επίσης δηλώνει:
«Εγκαταλείπω την ασφάλεια των ορεινών εδράνων. Και φιλοδοξώ να επιστρέψω στην ελπιδοφόρα ανασφάλεια της κοινωνικής δράσης. Όχι για να καθοδηγήσω από τα πάνω, αλλά για να αφουγκραστώ καλύτερα την κοινωνία και τις ανάγκες της. Απελευθερωμένος από αξιώματα, δεσμεύσεις και μηχανισμούς, που δεν μπορούν πια να την εκφράσουν. Σε μια περίοδο όπου η πατρίδα μας βρίσκεται σε επικίνδυνο αδιέξοδο. Οικονομικό, πολιτικό, γεωστρατηγικό, μα πρωτίστως ηθικό. Ζητείται ελπίς. Μέσα από τις πράξεις και όχι μόνο με λόγια. Τις πράξεις που αποδεικνύουν ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Τις πράξεις, που μόνο μ’ αυτές μπορούμε να υπερβούμε τα σημερινά αδιέξοδα.
Δεν πιστεύω σε Μεσσίες, ούτε σε κομματικές κατασκευές εργαστηρίου. Πιστεύω όμως στη δύναμη του λαϊκού κινήματος που παλεύει συλλογικά για κοινωνική δικαιοσύνη.
Πιστεύω στη βούληση και τις πράξεις των πολλών. Με αυτούς, τις ανάγκες και τις ελπίδες τους, είμαι αποφασισμένος να συναντηθώ»
Επτά μήνες και ένα βιβλίο μετά, επιστρέφει ως Μεσσίας, με μια κομματική κατασκευή εργαστηρίου. To όνομα αυτής Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.), ένα ακρωνύμιο στο οποίο ο καθένας μπορεί να δει αυτό που θέλει να δει, ακριβώς όπως ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να λέει σε διαφορετικά ακροατήρια αυτά που θέλουν να ακούσουν. Η «προοδευτική διακυβέρνηση» και η «Δημοκρατική Παράταξη» δεν έπιασαν το 2019-2023, ας δοκιμάσουμε τώρα με την Πατρίδα και την Αριστερά στον τίτλο να δούμε τι θα συμβεί. Αυτό όμως δεν είναι πολιτική, είναι στυγνό μάρκετινγκ.
Οι «επτά δεσμεύσεις» του νέου κόμματος είναι μια σειρά από ως επί το πλείστον γενικόλογες διατυπώσεις όπως η «ζωή με αξιοπρέπεια», η «ασπίδα στην ακρίβεια», η «ισχυρή δημοκρατία χωρίς ασυλίες», η «δίκαιη ανάπτυξη», η «ανθεκτική» και «ισχυρή Ελλάδα». Λέξεις με τις οποίες δεν διαφωνεί κανείς, μπορεί να σημαίνουν πολλά και τίποτα παράλληλα. Η υπόσχεση για «διαφάνεια και λογοδοσία» είναι στοιχειώδης, οι αναφορές σε δημόσια Υγεία, Παιδεία, Στέγη, είναι εκ των ων ουκ άνευ για έναν σχηματισμό που θέλει να τοποθετηθεί στην Αριστερά, ωστόσο το θέμα πάντα είναι το πώς θα μετουσιωθούν αυτά σε συγκεκριμένες πολιτικές και το πώς ο όποιος σχηματισμός θα εμπνεύσει εμπιστοσύνη.
«Σήμερα αποχαιρετούμε την απογοήτευση. Την αδράνεια και την αποχή. Το στερεότυπο ότι τίποτε δεν αλλάζει σε αυτή τη χώρα» δήλωσε την Τρίτη στην εκδήλωση στο Θησείο. Αλήθεια, πώς και πότε δημιουργήθηκε αυτή η απογοήτευση; Ποιος ήταν ο Πρωθυπουργός που δίδαξε ότι τίποτα δεν αλλάζει ουσιαστικά στη χώρα και τελικά έστρωσε τον δρόμο για την πλήρη παλινόρθωση του παλιού κομματικού συστήματος, με την κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και επικεφαλής έναν Μητσοτάκη; Ποιος Πρωθυπουργός ψήφιζε ιδιωτικοποιήσεις λιμανιών, αεροδρομίων, τρένων, απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και αποδέχτηκε πλεονάσματα άνω του 2% μέχρι το 2060; Κι αν όλα αυτά ήταν το τίμημα για τη «σωτηρία της χώρας», την «έξοδο από τα μνημόνια», γιατί ο Αλέξης Τσίπρας έχει φερθεί τόσο υποτιμητικά, αν όχι επιθετικά, σχεδόν σε όλα τα υπουργικά στελέχη εκείνης της κυβέρνησης;
Οι υποστηρικτές του θα πουν ξανά ότι «μόνο αυτός μπορεί να κερδίσει τον Μητσοτάκη». Δεν έχουμε κανένα στοιχείο γι αυτό βέβαια, αντιθέτως έχουμε πολλά γεγονότα που έδειξαν το αντίθετο. Βέβαια, τίποτα δεν αποκλείεται στο μέλλον, ειδικά όσο η Νέα Δημοκρατία συσσωρεύει σκάνδαλα και κυβερνητική φθορά. Ακόμα κι αν αυτός ο κυνικός υπολογισμός είναι σωστός όμως, θα πρέπει, επίσης κυνικά, να συνυπολογιστεί ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο πολιτικός που μπορει να πάρει μια σειρά από δίκαια κοινωνικά αιτήματα, να τα ευνουχήσει, να τα αναπλαισιώσει και τελικά, να εφαρμόσει το ένα από τα δέκα και να ζητάει κι ευχαριστώ.
Μετά από δύο παραιτήσεις και μία επιστροφή μέσα σε τρία χρόνια, ο Αλέξης Τσίπρας διεκδικεί, σε πρώτη φάση, να φτάσει εκεί από όπου ξεκίνησε το 2023: Να θεωρηθεί αυτός ως η de facto αξιωματική αντιπολίτευση στη χώρα και το αντίπαλον δέος του Κυριάκου Μητσοτάκη. To αυστηρά προσωπικό «rebranding», δηλαδή η αλλαγή των στοιχείων της εικόνας, η νέα εταιρική ταυτότητα του πρώην Πρωθυπουργού ολοκληρώθηκε χθες, με νέο κόμμα, νέα χρώματα, νέο λογότυπο, πιθανότητα νέα πρόσωπα στην πρώτη γραμμή. Οι παλιοί «σύντροφοι» να κάτσουν στην ουρά ή να αποχωρήσουν, ακολουθώντας τους πιο παλιούς «συντροφους». Είχαν νόημα όλα αυτα; Αν είσαι ο Αλέξης Τσίπρας σίγουρα. Αν μόνος στόχος είναι «να φύγει ο Μητσοτάκης» είσαι εκεί που ξεκίνησες. Αν προσδοκάς βαθιές τομές, πραγματικές αλλαγές στη χώρα, παραμένει εξαιρετικά αμφίβολο.



