Η άνοδος της ριζοσπαστικής δεξιάς αλλάζει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ευρώπη. Κόμματα που βρίσκονταν στο περιθώριο διεκδικούν πλέον κυβερνητικούς ρόλους, ενώ οι παραδοσιακές δυνάμεις χάνουν έδαφος. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος κερδίζει τις εκλογές. Είναι αν κυβερνήσεις που βάζουν συστηματικά το εθνικό συμφέρον πάνω από τις κοινές δεσμεύσεις μπορούν να διατηρήσουν μια ένωση που στηρίζεται στον συμβιβασμό. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος ίσως δεν είναι μια θεαματική διάλυση, αλλά η σταδιακή αποδυνάμωση της ΕΕ από το εσωτερικό.
Μια νέα διαχωριστική γραμμή
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή πολιτική οργανωνόταν κυρίως γύρω από τη σύγκρουση εργαζομένων και εργοδοτών. Σήμερα, αυτή η διάκριση διασταυρώνεται με μια άλλη: την αντιπαράθεση ανάμεσα σε πιο ανοιχτές, φιλελεύθερες αντιλήψεις και σε παραδοσιακές, εθνικιστικές θέσεις. Η μετανάστευση, η εθνική ταυτότητα, τα δικαιώματα και το περιβάλλον αποκτούν μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα. Ένας εργαζόμενος μπορεί να είναι εθνικιστής και ένας επιχειρηματίας κοσμοπολίτης. Έτσι, τα παλιά κόμματα δυσκολεύονται να εκπροσωπήσουν ψηφοφόρους που πλέον διαφωνούν σε ζητήματα πέρα από την οικονομία.
Γιατί η μετανάστευση βρίσκεται στο επίκεντρο
Η παγκοσμιοποίηση έφερε φθηνότερα προϊόντα, αλλά και απώλειες θέσεων εργασίας για ορισμένες κοινωνικές ομάδες. Μέρος της δυσαρέσκειας στράφηκε προς τις Βρυξέλλες και την αίσθηση ότι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τους πολίτες. Παράλληλα, τα εθνικιστικά κόμματα συνέδεσαν τη μετανάστευση με πιέσεις στην εργασία, τη στέγαση, τις κοινωνικές υπηρεσίες και την ασφάλεια. Αυτές είναι πολιτικές θέσεις των συγκεκριμένων κομμάτων, όχι αυτονόητες εξηγήσεις για κάθε κοινωνικό πρόβλημα. Ωστόσο, οι ανησυχίες γύρω από τη μετανάστευση αποτελούν ισχυρό παράγοντα στήριξής τους.
Τρεις τρόποι αντιμετώπισης
Τα υπόλοιπα κόμματα ακολουθούν κυρίως τρεις στρατηγικές. Η πρώτη είναι ο αποκλεισμός από κυβερνητικές συνεργασίες, όπως συμβαίνει με την AfD στη Γερμανία. Η δεύτερη είναι η συνεργασία, είτε μέσω συμμετοχής στην κυβέρνηση είτε μέσω κοινοβουλευτικής στήριξης, όπως στη Φινλανδία και τη Σουηδία. Η τρίτη είναι η υιοθέτηση αυστηρότερων πολιτικών μετανάστευσης από καθιερωμένα κόμματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Σοσιαλδημοκράτες της Δανίας. Καμία επιλογή δεν εξαφανίζει αυτόματα την κοινωνική διαίρεση, ενώ η εκλογική φθορά ενός κόμματος που κυβερνά δεν αποδεικνύει ότι λύθηκαν οι αιτίες της ανόδου του.
Όταν οι δικαστές γίνονται εμπόδιο
Ένα βασικό πεδίο σύγκρουσης είναι η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Τα δικαστήρια δεν ελέγχουν μόνο τις εθνικές κυβερνήσεις· συμβάλλουν και στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων. Η Πολωνία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης του PiS στους δικαστικούς θεσμούς οδήγησαν στην ενεργοποίηση της διαδικασίας του άρθρου 7 το 2017. Το 2021, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι τμήματα των ευρωπαϊκών συνθηκών ήταν ασύμβατα με το πολωνικό Σύνταγμα. Το ζήτημα αφορά επομένως τους μηχανισμούς ελέγχου της εξουσίας, όχι απλώς μια πολιτική διαφωνία.
Μια ένωση με κανόνες κατά παραγγελία;
Η ΕΕ λειτουργεί επειδή τα κράτη αποδέχονται συμβιβασμούς που δεν τα ευνοούν πάντοτε. Αν κάθε κυβέρνηση εφαρμόζει μόνο όσα της αρέσουν, οι κοινές συμφωνίες χάνουν το νόημά τους. Η επιλεκτική μη εφαρμογή κανόνων, τα επαναλαμβανόμενα βέτο και η αποδυνάμωση των δικαστηρίων μπορούν να προκαλέσουν διάβρωση χωρίς καμία επίσημη αποχώρηση. Μια χώρα μπορεί να παραμένει μέλος, αλλά να δυσκολεύει συστηματικά τη λειτουργία της Ένωσης.
Κοινή ρητορική, διαφορετικά συμφέροντα
Τα εθνικιστικά κόμματα δεν αποτελούν ενιαίο μέτωπο. Διαφωνούν στην οικονομία, στο εμπόριο και ιδιαίτερα στη στάση απέναντι στη Ρωσία. Η AfD και το αυστριακό FPÖ ζητούν άρση κυρώσεων, ενώ το πολωνικό PiS και το κόμμα της Giorgia Meloni ακολουθούν πολύ σκληρότερη γραμμή απέναντι στη Μόσχα. Συνεπώς, μπορούν ευκολότερα να συμφωνήσουν στο μπλοκάρισμα μιας απόφασης παρά στην οικοδόμηση μιας κοινής πολιτικής. Ακόμη και οι προτάσεις τους για αυστηρότερο μεταναστευτικό έλεγχο συχνά απαιτούν περισσότερη ευρωπαϊκή συνεργασία, όχι λιγότερη.
Γιατί η αποχώρηση δεν είναι το πιθανότερο σενάριο
Η φιλοευρωπαϊκή στάση μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος και τα οφέλη της συμμετοχής περιορίζουν τα περιθώρια ρήξης. Αρκετά κόμματα εγκατέλειψαν αιτήματα εξόδου καθώς πλησίαζαν στην εξουσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αλλαγή που προτείνουν είναι αναγκαστικά επιζήμια: η μείωση της υπερβολικής γραφειοκρατίας, για παράδειγμα, συνδέεται και με ευρύτερες συζητήσεις για την ανταγωνιστικότητα. Η ουσιαστική δοκιμασία είναι αν οι αλλαγές θα γίνουν μέσα από κοινούς κανόνες ή με την παράκαμψή τους.
Γνωρίζατε αυτές τις πλευρές της συζήτησης; Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον, μπορείτε να το μοιραστείτε και να περιηγηθείτε στην ιστοσελίδα για περισσότερα σχετικά θέματα.


