
Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, οι υπηρεσίες ασφαλείας των ΗΠΑ αναζητούσαν τις μεγαλύτερες απειλές σε τρομοκρατικές οργανώσεις, ξένες μυστικές υπηρεσίες και βίαιες εξτρεμιστικές ομάδες
Η κριτική δεν είναι καινούργια. Τα Κέντρα Συγχώνευσης Πληροφοριών έχουν κατηγορηθεί επανειλημμένα ότι, αντί να επικεντρώνονται αποκλειστικά στην τρομοκρατία, παρακολουθούν διαδηλώσεις, φοιτητικά κινήματα, οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων και κάθε μορφή κοινωνικής κινητοποίησης που θεωρείται πιθανός παράγοντας αποσταθεροποίησης. Οργανώσεις υπεράσπισης των πολιτικών ελευθεριών προειδοποιούν εδώ και χρόνια ότι η λογική της «προληπτικής συλλογής πληροφοριών» κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό επιτήρησης της πολιτικής διαφωνίας. Το νέο στοιχείο είναι ότι στο επίκεντρο αυτής της επιτήρησης φαίνεται να περνά πλέον και η κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στις οικονομικές ελίτ. Και ένα τμήμα του κρατικού μηχανισμού αντιμετωπίζει πλέον την αυξανόμενη ανισότητα όχι μόνο ως κοινωνικό ή οικονομικό πρόβλημα, αλλά και ως πιθανή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια. Για δεκαετίες, η αμερικανική πολιτική απέφευγε ακόμη και να μιλήσει για ταξικές αντιθέσεις. Προτιμούσε το λεξιλόγιο της «μεσαίας τάξης», των «ίσων ευκαιριών» και του «αμερικανικού ονείρου». Σήμερα, δεν είναι κάποιος μαρξιστής οικονομολόγος ή ένα εργατικό συνδικάτο που επαναφέρει, έστω έμμεσα, το ζήτημα της πάλης των τάξεων. Είναι οι ίδιες οι υπηρεσίες ασφαλείας. Όχι επειδή αναζητούν τρόπους να περιορίσουν τις αιτίες της ανισότητας, αλλά επειδή ετοιμάζονται να διαχειριστούν τις συνέπειές της.Η νέα “τρομοκρατία”

