Του Παναγιώτη Καρκατσούλη *
Το ζούμε σε κάθε κρίση και κάθε καταστροφή. Οι, κατά νόμο, αρμόδιοι αποποιούνται την ευθύνη που προκύπτει από την πλημμελή άσκηση της αρμοδιότητάς τους, μεταφέροντάς την σε ένα υπερκείμενο ή υποκείμενο επίπεδο. Στο πιο πρόσφατο παράδειγμα, ο μηχανικός (και σημερινός υπουργός) που ήλεγξε τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου «Βιολάντα» και που τις βρήκε εντάξει, αλλά προκάλεσαν το θάνατο 5 ανυποψίαστων εργατριών, μεταφέρει την ευθύνη στον Περιφερειάρχη που ενέκρινε τη μελέτη του. Σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις, ο Περιφερειάρχης επιστρέφει τις ευθύνες στον μηχανικό, στον Δήμο, στην Πυροσβεστική, κ.ο.κ. Ένα γαϊτανάκι ατελείωτων μεταθέσεων ευθυνών που έχει ένα και μοναδικό σκοπό: Να μην μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη στο διοικητικό επίπεδο. Κανένας να μην κριθεί ότι αμέλησε, αδιαφόρησε, ανταποκρίθηκε πλημμελώς στις υποχρεώσεις του. Αυτή την ευθύνη θα την αποδώσει – όπως, όπως – η δικαιοσύνη, η οποία λειτουργεί ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Μ’ έναν άρρητο τρόπο η ελληνική κοινωνία φαίνεται να έχει δεχτεί ότι ο αποδιοπομπαίος τράγος της κοινωνικής ευθύνης θα είναι η δικαιοσύνη. Αυτή, εν τω μεταξύ, καθυστερεί, συχνά, διότι τον «φάκελο» της κάθε υπόθεσης, οσονδήποτε περίπλοκη, πρέπει να τον ετοιμάσει η διοίκηση, η οποία ακόμη κι όταν εντέλλεται να προσκομίσει στοιχεία, άμεσα, αυτό μπορεί να γίνει σε … «εύθετο χρόνο». Αλλά, πέραν αυτού, η κρίση της δικαιοσύνης είναι οριστική και με τον τρόπο αυτόν εκτονώνεται η πίεση του κοινωνικού σώματος. Ακόμη κι αν η απόφαση είναι λειψή, ατεκμηρίωτη, πρόδηλη ή εσφαλμένη, η υπόθεση «κλείνει» κι ο ψόγος που μπορεί να της απευθυνθεί είναι διαχειρίσιμος τόσο ψυχολογικά όσο και πολιτικά. Θα μου πείτε, όμως, ότι το κόστος προσφυγής στη δικαιοσύνη για υποθέσεις και διαφορές που θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί με πολύ απλούστερο τρόπο και σε πολύ πιο σύντομο χρονικό διάστημα, είναι μεγάλο. Προφανώς είναι, αλλά η κοινωνία και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι επιλέγουν αυτή την οδό αντί να απαιτήσουν να κλείσουν οι υποθέσεις αυτές σ’ ένα διοικητικό επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι μια από τις κορυφαίες μεταρρυθμίσεις του Δημοσίου Μάνατζμεντ, τα «πεδία πολιτικής», τουτέστιν οι συναφείς αρμοδιότητες, δομές, πόροι και υπηρεσίες που μεταφέρονται, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, σ’ ένα – κι όχι περισσότερα – επίπεδο πολιτικής δεν μπόρεσε να τελεσφορήσει, παρ’ ημίν. Ο ν. 5013/2023 παραμένει ανεφάρμοστος και οι πομφόλυγες που κατά καιρούς εκτοξεύονται από τους κυβερνώντες, δεν αλλάζουν την πραγματικότητα της ακινησίας. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και στην κορυφαία «μεθοδολογία» του συντάκτη του νόμου: Αντί η κεντρική κυβέρνηση, από την οποία εκπηγάζουν οι αρμοδιότητες που εκχωρούνται προς τα «κάτω», να αναλάβει να εξετάσει τις συνάφειες, τις δομές/υποδομές και τους διαθέσιμους πόρους και να σταθμίσει τον τρόπο και τον χρόνο μεταφοράς τους στην περιφέρεια και στους Δήμους, αντί λοιπόν για το αυτονόητο, αντέστρεψε τη λογική ζητώντας από τους ίδιους τους αυτοδιοικητικούς να ορίσουν τα πεδία συναρμοδιοτήτων τους με όλα τα επίπεδα διοίκησης. Σκεφθείτε, για παράδειγμα, τον Δήμο του Αη Στράτη ή της Ορεστιάδας να οριοθετούν το πεδίο δράσης τους σε σχέση με την Περιφέρεια και όλα τα υπουργεία. Στοιχειώδης επαφή με την αυτοδιοικητική ένδεια δεν θα επέτρεπε μια τέτοια απόφαση, εκτός εάν οι συντάκτες του νόμου έψαχναν μια κάποια αφορμή για να αναιρέσουν όλα όσα θεσμοθέτησαν. Κι αν αυτό συμβαίνει, τότε ποιο είναι το μεγαλύτερο διακύβευμα που υποχρεώνει το νομοθέτη σε αυτο-γελοιοποίηση, το δημόσιο ταμείο σε ανεξέλεγκτη δαπάνη και την κοινωνία σε οργή για την αδυναμία της πολιτείας να χωρίσει «δυο γαϊδάρων άχυρα»; Μα η νομή της εξουσίας μέσω ενός παράπλευρου προς τη λογική και τη νομιμότητα δικτύου περίπλοκων πελατειακών σχέσεων. Ο πελατειασμός. Η διατήρηση αυτού του δικτύου επαφίεται στους «επαγγελματίες» πολιτικούς οι οποίοι μεριμνούν τα δέοντα, έχοντας πάντα κατά νου τη χειραγώγηση της «κοινής γνώμης». Εάν αυτή, όμως, καταφέρει να ανατρέψει την κρατούσα τάξη πραγμάτων, τότε το «είμαι αρμόδιος» θα πάψει να σημαίνει «είμαι αναρμόδιος» και η ορθολογική διαχείριση των κοινών θα αντικαταστήσει τον ανορθολογισμό και το παράλογο που επικρατεί σήμερα. * Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Bielefeld στη Γερμανία από το οποίο πήρε διδακτορικό δίπλωμα (Dr. Jur.) Δίδαξε στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης (1989-2015) Δημόσια Διοίκηση, Νομοθετική Θεωρία και Πρακτική, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (2019-2021) Εισαγωγή στη Δημόσια Διοίκηση και στο Δημόσιο Μάνατζμεντ και στο Εuropean Law and Governance School (2020-σήμερα), Public Administration/ Public Μanagement. Ως Ειδικός Επιστήμονας του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (1991-2014), χειρίστηκε θέματα καλής νομοθέτησης, στρατηγικού σχεδιασμού δημόσιων πολιτικών και απλούστευσης διοικητικών διαδικασιών. Πηγή: Ινστιτούτο Έρευνας Ρυθμιστικών Πολιτικών ΙΝΕΡΠ
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Neostrategy.gr .


