Την… διάσημα ατάκα του Αντώνη Σαμαρά για τον Σταύρο Παπασταύρου (σ.σ. «Μακάρι να είχαμε δέκα Παπασταύρου») θυμήθηκε ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Καραμέρος, ο οποίος σχολίασε τις επιδοτήσεις – «ψίχουλα» που ανακοίνωσε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τους λογαριασμούς ρεύματος των επιχειρήσεων.
«Μόνο αν είχαμε δέκα Παπασταύρου και έδιναν από 2 λεπτά επιδότηση ανά κιλοβατώρα ο καθένας, όμως, μπορεί και να είχαν αξία τα μέτρα που ανακοίνωσε ο υπουργός του καρτέλ της ενέργειας. 2 λεπτά για τρείς μήνες!», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Καραμέρος.
Υπογράμμισε πως επί «6 χρόνια τώρα, άφησαν παρόχους και παραγωγούς να καταληστεύουν τους πολίτες και τις επιχειρήσεις και μας αφαίμαξαν κανονικά με τη ρήτρα αναπροσαρμογής και τα χρωματιστά τιμολόγια».
Για να καταλήξει πως «ο ΣΥΡΙΖΑ -ΠΣ έχει σχέδιο για να σπάσει το καρτέλ και να έχουν ξανά φθηνό ρεύμα νοικοκυριά και επιχειρήσεις».
Εντός του πρώτου δεκαημέρου του Μαΐου ανοίγει η πλατφόρμα από τον ΔΕΔΔΗΕ για την υποβολή των αιτήσεων για επιδοτήσεις ρεύματος από επιχειρήσεις.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και ο αρμόδιος υφυπουργός Νίκος Τσάφος ανακοίνωσαν τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση των επιδοτήσεων, που αφορούν στην περίοδο από 1η Δεκεμβρίου 2024 έως και 28 Φεβρουαρίου 2025.
Ο κ. Παπασταύρου ξεκαθάρισε πως εκτός επιδοτήσεων θα μείνουν όσες επιχειρήσεις έχουν προβεί διαπιστωμένα σε ρευματοκλοπή.
Το πλαίσιο ενίσχυσης αφορά επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών έως 10 εκατ. ευρώ, δηλαδή περισσότερες από 1 εκατ. επιχειρήσεις.
Το ύψος της επιδότησης ανέρχεται σε 0,02 €/kWh (ή 20 €/ΜWh), όσο δηλαδή ήταν περίπου η μεσοσταθμική αύξηση που παρατηρήθηκε την περίοδο Δεκεμβρίου 2024-Φεβρουαρίου 2025 σε σχέση με τη μεσοσταθμική τιμή των υπόλοιπων μηνών του 2024.
- Χατζηθεοδοσίου: Ψίχουλα οι επιδοτήσεις του ρεύματος μπροστά στις τεράστιες αυξήσεις των τελευταίων χρόνων
«Ψίχουλα οι επιδοτήσεις του ηλεκτρικού ρεύματος μπροστά στις τεράστιες αυξήσεις των τελευταίων χρόνων», υπογραμμίζει σε δήλωσή του ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου.
Όπως αναφέρει, «μετά από μεγάλη καθυστέρηση ενημερωθήκαμε επιτέλους για την επιδότηση που θα έχουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος για τους μήνες Δεκέμβριο, Ιανουάριο, Φεβρουάριο. Όπως έγινε γνωστό από το υπουργείο Ενέργειας, το πλαίσιο ενίσχυσης αφορά επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών έως 10 εκατ. ευρώ, δηλαδή – σύμφωνα με το υπουργείο – περισσότερες από 1 εκατ. επιχειρήσεις».
Ο κ. Χατζηθεοδοσίου υπογραμμίζει, ωστόσο, πως «παρατηρώντας κάποιος από τη μια έναν λογαριασμό ρεύματος και από την άλλη το ύψος της ενίσχυσης, μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι πρόκειται για ψίχουλα. Ή διαφορετικά, ‘άνθρακες ο θησαυρός’ για ένα μέτρο που η αγορά περίμενε με αγωνία και ειδικά οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις όπως αυτές της εστίασης, οι φούρνοι, τα ζαχαροπλαστεία και άλλες».
Και σημειώνει πως «μόνο τα τελευταία τρία χρόνια το κόστος του ρεύματος για μία επιχείρηση έχει αυξηθεί κατά 100%. Πρόκειται για τεράστια αύξηση. Όπως λένε μέλη του ΕΕΑ, σήμερα πληρώνουν 2.500 ευρώ μηνιαίως, ενώ παλαιότερα πλήρωναν για ρεύμα περίπου το μισό. Οι ίδιοι επαγγελματίες θα ενισχυθούν τώρα, μέσα από όλες αυτές τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, με κάποιες δεκάδες ευρώ το μήνα».
«Δεν είναι τυχαία η αύξηση στους ανεξόφλητους λογαριασμούς ρεύματος που έχουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες στους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι πάνω από το 50% των ενεργοβόρων επιχειρήσεων βρίσκεται σε διαδικασία διακανονισμού με τους παρόχους», τονίζει ο πρόεδεος του ΕΕΑ, προσθέτοντας πως αυτό συμβαίνει «σε μία εποχή που η επιχειρηματικότητα ταλανίζεται από την ακρίβεια, τα αυξημένα ενοίκια, αλλά και μία σειρά από επιβαρύνσεις όπως προκαταβολή φόρου ή το τέλος επιτηδεύματος».
«Επίσης δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί πρέπει να εξαιρεθούν όσοι έχουν σταθερό τιμολόγιο. Μήπως δεν πληρώνουν και αυτοί πολύ ακριβά την τιμή του ρεύματος;», διερωτάται ο Γιάννης Χατζηθεοδοσίου.
Για να καταλήξει χαρακτηριστικά πως «το ύψος των ενισχύσεων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση αποδεικνύει ότι αδυνατεί να καταλάβει τα πραγματικά κόστη που επιβαρύνουν σήμερα μία μικρομεσαία επιχείρηση και ουσιαστικά οδηγεί έναν μεγάλο αριθμό ΜμΕ σε οικονομικό αδιέξοδο και τελικά στο κλείσιμο».


