Αν το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» , βαθιά ριζωμένο στην καρδιά του κινήματος MAGA, σήμαινε απεμπλοκή από τους ατέρμονους πολέμους της Μέσης Ανατολής, τότε ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί το πιο σοβαρό τεστ αξιοπιστίας για τον Ντόναλντ Τραμπ
Και κάπου εδώ μπαίνει στη μέση η απόκλιση στόχων ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Επειδή για το Ισραήλ, η σύγκρουση με το Ιράν δεν είναι τακτικός ελιγμός αποτροπής ούτε η διεκδίκηση μιας σχετικά εύκολης νίκης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Είναι αναμέτρηση μακράς πνοής. Η αποδυνάμωση της Τεχεράνης και των περιφερειακών της ερεισμάτων αποτελεί κεντρική επιδίωξη. Παράλληλα, οι συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις — πρώτα στη Γάζα και τώρα με το Ιράν — εξυπηρετούν απόλυτα τους στόχους της εξτρεμιστικής κυβέρνησης Νετανιάχου. Ο ίδιος ο ισραηλινός πρωθυπουργός αντιμετωπίζει άλλωστε δικαστικές διώξεις για υποθέσεις διαφθοράς και έχει βρεθεί αντιμέτωπος με έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις. Σε συνθήκες σύγκρουσης, η δημόσια ατζέντα μετατοπίζεται προς την εθνική ασφάλεια, η κοινωνική συσπείρωση ενισχύεται και ο χώρος για εσωτερική αμφισβήτηση περιορίζεται. Η διαρκής ένταση του ταιριάζει επομένως απόλυτα. Ο Λευκός Οίκος του Τραμπ, αντιθέτως, παρουσιάζει την εμπλοκή ως ελεγχόμενη και χρονικά περιορισμένη. Η εμπειρία, όμως, της Μέσης Ανατολής δείχνει ότι οι συγκρούσεις έχουν την κακή συνήθεια να μην μένουν μέσα στα αρχικά πλαίσια και σχεδιασμούς. Το πιο κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν αφορά την έναρξη της σύγκρουσης αλλά τη λήξη της. Αν πρόκειται πράγματι για περιορισμένη επιχείρηση, ποιο είναι το σαφές και μετρήσιμο κριτήριο επιτυχίας; Πότε θεωρείται ότι το Ιράν έχει αποδυναμωθεί αρκετά; Ποιος καθορίζει ότι ο στόχος επετεύχθη και ότι η στρατιωτική φάση μπορεί να ολοκληρωθεί; Χωρίς συγκεκριμένο σημείο ολοκλήρωσης, ακόμη και η πιο σύντομη επιχείρηση απειλεί να μετατραπεί σε σπιράλ κλιμάκωσης. Αν η Ουάσιγκτον θεωρήσει ότι έχει επιτύχει έναν περιορισμένο στόχο αποτροπής, αλλά το Ισραήλ επιδιώξει συνέχιση των επιχειρήσεων έως ότου διαμορφωθούν νέοι και πιο ευνοϊκοί περιφερειακοί συσχετισμοί, τότε το ζήτημα της αποχώρησης μετατρέπεται αυτομάτως σε στρατηγικό δίλημμα. Μια υπερδύναμη μπορεί να εισέλθει σχετικά εύκολα σε μια σύγκρουση η αποδέσμευση, όμως, απαιτεί κοινή αντίληψη για το πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις ολοκληρώνεται. Και αυτή η αντίληψη είναι σήμερα κάθε άλλο παρά δεδομένη. Σε μια αναμέτρηση με τέτοια απόκλιση στόχων, το αποτέλεσμα δεν διαμορφώνεται από τον πιο συγκρατημένο σχεδιασμό, αλλά από τον πιο εκτεταμένο. Και τότε η υπόσχεση των «μερικών εβδομάδων» πολεμικών επιχειρήσεων δεν θα γίνει παρά η προέκταση της ίδιας υποκρισίας που συνοδεύει το «Πρώτα η Αμερική».Αποκλίνουσες στρατηγικές
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Neostrategy.gr .


