Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Πώς ο Τραμπ επηρεάζει τις αγορές με τον πόλεμο

Αν κάτι χαρακτηρίζει τις τελευταίες κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ σε σχέση με τον πόλεμο στο Ιράν αυτό δεν είναι η στρατηγική συνοχή αλλά ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Δημιουργία έντασης και φόβου στις εξαιρετικά νευρικές ενεργειακές αγορές και στη συνέχεια μια αιφνίδια «αποκλιμάκωση» που παρουσιάζεται ως διπλωματική πρόοδος.

Η τελευταία αιφνιδιαστική ανακοίνωση για τις υποτιθέμενες «παραγωγικές διαπραγματεύσεις» που βρίσκονται σε εξέλιξη με την Τεχεράνη αποκαλύπτει το σχήμα σε πλήρη εξέλιξη. Μετά από εβδομάδες συγκρούσεων και πλήρη απουσία διπλωματικών επαφών, ο Τραμπ έκανε τη σχετική ανακοίνωση και ταυτόχρονα ανέβαλε για πέντε ημέρες τις επιθέσεις που είχε προαναγγείλει σε ιρανικές ενεργειακές υποδομές.

Η δήλωση δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένες πληροφορίες — ούτε για το περιεχόμενο των συνομιλιών ούτε για το ποιος συμμετέχει. Αντίθετα, η ιρανική πλευρά διέψευσε κατηγορηματικά ότι υπάρχει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, με τον πρόεδρο του κοινοβουλίου να κατηγορεί ευθέως την Ουάσιγκτον για fake news και προσπάθεια χειραγώγησης των αγορών.

Χορός τρισεκατομμυρίων

Η επίδραση ήταν παρόλα αυτά άμεση. Οι δείκτες στα αμερικανικά χρηματιστήρια ανέβηκαν και οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν, με αναλυτές να υπολογίζουν ότι μέσα στην πρώτη ώρα σημειώθηκε μεταβολή άνω των 3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων στη χρηματιστηριακή αξία του S&P 500. Με άλλα λόγια, μια ασαφής πολιτική δήλωση παρήγαγε άμεσα οικονομικό αποτέλεσμα κολοσσιαίας κλίμακας.

Η χρονική συγκυρία δεν ήταν τυχαία. Η ανακοίνωση έγινε λίγο πριν ανοίξουν οι αγορές στις ΗΠΑ, σε μια ημέρα που έδειχνε ιδιαίτερα αρνητική λόγω της απειλής κλιμάκωσης. Αντί όμως για νέα πτώση είχαμε σημαντική άνοδο με την επανάληψη ενός γνώριμου σχήματος: Στις 9 Μαρτίου ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει σε δημοσιογράφους ότι ο πόλεμος είχε «σχεδόν ολοκληρωθεί» με αποτέλεσμα οι πιεσμένες αγορές να πάρουν και πάλι την ανιούσα.

«Συνομιλώντας» με τις αγορές

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ντόναλντ Τραμπ επιλέγει με ιδιαίτερη προσοχή τη στιγμή για κρίσιμες ανακοινώσεις. Τον Απρίλιο, για παράδειγμα, παρουσίασε νέους δασμούς του λίγο μετά το κλείσιμο των αγορών, ενώ φρόντισε να τεθούν σε ισχύ μέσα στο Σαββατοκύριακο, όταν δεν υπήρχε δυνατότητα άμεσης αντίδρασης.

Λίγες μέρες αργότερα, έπειτα από μια ιδιαίτερα άσχημη εβδομάδα για τα χρηματιστήρια, ανάρτησε μηνύματα αισιοδοξίας ακριβώς την ώρα που άνοιγαν οι αγορές, για να ακολουθήσει την επόμενη ημέρα η ανακοίνωση μείωσης των δασμών που οδήγησε σε εντυπωσιακή άνοδο.

Τον Ιανουάριο καθησύχασε τις αγορές λίγο πριν ανοίξουν, δηλώνοντας ότι δεν χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για την κατάληψη της Γροιλανδίας, σε μια κρίση που είχε και πάλι δημιουργήσει ο ίδιος και σε μια στιγμή που οι δείκτες είχαν υποχωρήσει έντονα. Η νέα επίθεση στο Ιράν ανακοινώθηκε επίσης αφού είχαν ήδη κλείσει οι αγορές και επιβεβαιώθηκε τα ξημερώματα του Σαββάτου.

Είναι κάτι που επισημαίνουν πλέον ανοιχτά και πολλοί οικονομολόγοι. Ο πρώην σύμβουλος επενδύσεων της PIMCO, Μοχάμεντ Ελ Εριάν σημειώνει πως η αγορά είχε αρχίσει να συρρικνώνεται υπό το βάρος της αβεβαιότητας και ότι η δήλωση Τραμπ ανέκοψε προσωρινά αυτή τη δυναμική. Ταυτόχρονα, όμως, προειδοποίησε ότι τα επόμενα πέντε 24ωρα χαρακτηρίζονται από εξαιρετική αβεβαιότητα.

Ο Μάρκο Κολάνοβιτς, πρώην επικεφαλής ποσοτικής ανάλυσης της JPMorgan, παρατηρεί ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις δεν σταθεροποιούν τις αγορές αλλά υπονομεύουν τη ρευστότητα και ενισχύουν τη δυσπιστία. Αν οι δηλώσεις δεν συνοδεύονται από πραγματική πολιτική πρόθεση, τότε —όπως τονίζει— εκπέμπουν σήμα αδυναμίας και απρόβλεπτης πολιτικής προς συμμάχους και επενδυτές.

Ο οικονομολόγος Τζάστιν Γούλβερς υπογραμμίζει πως η συμπεριφορά αυτή αναπαράγει το ίδιο μοτίβο που είχε εμφανιστεί και στον εμπορικό πόλεμο των προηγούμενων μηνών. Επιθετική ρητορική που πιέζει τις αγορές και στη συνέχεια υπαναχώρηση που οδηγεί σε ανάκαμψη.

Από τη Βενεζουέλα στο Ιράν

Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πώς αντιδρούν οι αγορές — αλλά τι υποδηλώνει αυτό για τη σχέση πολιτικής και οικονομίας. Η πρόσφαση επέμβαση στη Βενεζουέλα προσφέρει ένα πιο «χειροπιαστό» παράδειγμα.

Εκεί, η πίεση μηνών προς τη χώρα της Νότιας Αμερικής δημιούργησε συνθήκες που επέτρεψαν την απόκτηση κρίσιμων ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων σε σημαντικά υποτιμημένες τιμές  από επενδυτές με στενές πολιτικές διασυνδέσεις με τον Λευκό Οίκο. Επενδυτές όπως ο Πολ Σίνγκερ, ένας από τους βασικότερους χρηματοδότες του Τραμπ.

Η λογική που διαπερνά τις δύο περιπτώσεις είναι αξιοσημείωτη. Στη Βενεζουέλα, η πολιτική πίεση διαμόρφωσε το πεδίο για επενδυτικές κινήσεις. Στο Ιράν, οι αγορές κινούνται στο ρυθμό των δηλώσεων Τραμπ. Και στις δύο περιπτώσεις, οι αμερικανικές επεμβάσεις δεν παράγουν μόνο κρίσεις αλλά και οικονομικά αποτελέσματα.

Οσο επομένως οι ίδιες οι δηλώσεις μπορούν να μετακινούν τρισεκατομμύρια μέσα σε ώρες, η διάκριση ανάμεσα στη διαχείριση μιας κρίσης και στη διαμόρφωση ή ακόμα και χειραγώγηση των αγορών θα γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτη. Και σε μια προεδρία όπου η σύγκρουση συμφερόντων δεν αποτελεί πια ταμπού αλλά απλή παρανυχίδα, αυτή η διάκριση τείνει να εξαφανιστεί πλήρως.

Το πρωτότυπο άρθρο https://neostrategy.gr/pos-o-trab-epireazei-tis-agores-me-ton-polemo-sto-iran/ ανήκει στο Neostrategy.gr .