Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να επιβάλουν ναυτικό αποκλεισμό στο Ιράν
Την ίδια στιγμή, στην Ουάσιγκτον ανοίγει ένα δεύτερο μέτωπο ανησυχίας. Αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι υπάρχουν ενδείξεις πως η Κίνα ενδέχεται να έχει αποστείλει στο Ιράν φορητά αντιαεροπορικά συστήματα. Αν και οι πληροφορίες δεν είναι επιβεβαιωμένες και δεν υπάρχουν αποδείξεις χρήσης τους, η συζήτηση αυτή επαναφέρει ένα παλαιότερο μοτίβο. Η στρατιωτική σχέση Πεκίνου–Τεχεράνης έχει βαθιές ρίζες. Από τη δεκαετία του 1990, η Κίνα συνέβαλε στον εκσυγχρονισμό των ιρανικών πυραυλικών δυνατοτήτων, παρέχοντας τεχνολογία, υποδομές και τεχνογνωσία. Η ανάπτυξη αντιπλοϊκών πυραύλων και η ενίσχυση των εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων του Ιράν φέρουν σε σημαντικό βαθμό κινεζική σφραγίδα. Υπό την πίεση διεθνών κυρώσεων, η συνεργασία πήρε στη συνέχεια σε πιο έμμεσες μορφές. Το Πεκίνο περιόρισε τις άμεσες εξαγωγές οπλικών συστημάτων, αλλά αύξησε την παροχή εξοπλισμού και υλικών διπλής χρήσης – τόσο για ειρηνική αλλά και για στρατιωτική. Εξαρτήματα για drones, χημικές ουσίες για καύσιμα πυραύλων και κρίσιμες τεχνολογίες συνέχισαν να ρέουν προς το Ιράν μέσω σύνθετων δικτύων προμηθειών. Παράλληλα, αυξάνονται οι ενδείξεις ότι η Τεχεράνη αξιοποιεί σήμερα το κινεζικό σύστημα δορυφορικής πλοήγησης BeiDou για στρατιωτικούς σκοπούς, προσθέτοντας ένα ακόμη επίπεδο τεχνολογικής εξάρτησης. Οι αμερικανικές κυρώσεις σε κινεζικές εταιρείες που εμπλέκονται σε αυτές τις διαδικασίες δείχνουν ότι η αντιπαράθεση εκτείνεται πλέον πέρα από το πεδίο της ενέργειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση του Τραμπ εμφανίζεται αρκετά προσεκτική για τα δεδομένα του σημερινού Αμερικανού προέδρου. Παρά τις υποψίες για κινεζική εμπλοκή, αποφεύγει να κλιμακώσει τη ρητορική, περιοριζόμενος σε γενικόλογες απειλές για νέους δασμούς. Η επιλογή αντανακλά την ανάγκη να διατηρηθεί ανοικτός ο δίαυλος προς μια ενδεχόμενη εμπορική συμφωνία. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική που κινείται ταυτόχρονα σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μία, επιδίωξη ελέγχου των ενεργειακών ροών και στρατιωτική πίεση στο Ιράν. Από την άλλη, προσπάθεια σταθεροποίησης των σχέσεων με την Κίνα, σε μια περίοδο έντονου οικονομικού ανταγωνισμού. Η επιφυλακτικότητα αυτή δεν είναι τυχαία. Η Κίνα παραμένει ο βασικός στρατηγικός αντίπαλος των Ηνωμένες Πολιτείες, με τη δυνατότητα να επιβάλει άμεσο οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος. Σε αντίθεση με το Ιράν, η σχέση με το Πεκίνο επηρεάζει ταυτόχρονα το εμπόριο, την ενέργεια και τη συνολική ισορροπία ισχύος. Γι’ αυτό και η Ουάσιγκτον μοιάζει να αποφεύγει, σε αυτή τη φάση τουλάχιστον, κινήσεις που θα μπορούσαν να μετατρέψουν μια περιφερειακή σύγκρουση σε ευρύτερη αντιπαράθεση με τον βασικό της ανταγωνιστή. Καθώς πλησιάζει η ημερομηνία της επίσκεψης στο Πεκίνο, η ένταση γίνεται όμως όλο και πιο εμφανής. Ο αποκλεισμός δεν αποτελεί απλώς ένα μέσο πίεσης σε έναν πόλεμο. Μετατρέπεται σε δοκιμασία για το κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνδυάσουν στρατιωτική κλιμάκωση με διπλωματική προσέγγιση. Και όσο η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ελέγξει τις ροές ενέργειας προς την Κίνα, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η σύγκρουση με το Ιράν να εξελιχθεί σε ευρύτερη γεωπολιτική αντιπαράθεση με επίκεντρο όχι μόνο τη Μέση Ανατολή, αλλά την ίδια την ισορροπία ισχύος μεταξύ των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων του κόσμου.Δύσκολες ισορροπίες
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Neostrategy.gr .


