Εχει επανέλθει ο δικομματισμός στην Ελλάδα; Η τελευταία εκλογική αναμέτρηση, το 2023, ανέδειξε μια εκκωφαντικά άνιση εικόνα, με το πρώτο κόμμα στο 40% και το δεύτερο μόλις στο 17% – κάνοντας πολλούς να μιλούν για έναν «κουτσό δικομματισμό», για ένα σύστημα που μπορεί ανά πάσα στιγμή να «σκάσει», με τους πολίτες να αναζητούν λύσεις στην Ακροδεξιά ή σε αντισυστημικούς πόλους. Από τότε, όμως, πολύ νερό έχει μπει στο πολιτικό αυλάκι. Εκτός από την καθοδική πορεία των ποσοστών της ΝΔ, η δεύτερη θέση έχει αλλάξει χέρια και μέσα στη Βουλή αλλά και στις μετρήσεις: το ΠΑΣΟΚ, που την τελευταία δεκαετία έπαιζε τον ρόλο του τρίτου πόλου, έχει διαχωρίσει πολιτικά τη θέση του από τη ΝΔ και διεκδικεί την ολική επαναφορά του.
Ψήφος στο ΠΑΣΟΚ να «διώξει τη ΝΔ»
Μπορεί οι δημοσκοπήσεις να αφήνουν ακόμα ένα μεγάλο κενό και μην έχουν βοηθήσει τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ να δημιουργήσουν επικοινωνιακή δυναμική όσον αφορά τον στόχο, δηλαδή την κατάκτηση της πρώτης θέσης. Η άνοδος που εμφάνισε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης πριν από το Πάσχα και μετά το συνέδριό του, ωστόσο, έχει βοηθήσει στο να εμπεδωθεί ένα δίπολο που έχει χρόνια να καταγραφεί: αν γίνονταν εκλογές αύριο, θεωρείται δεδομένο πως η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ θα κατείχαν την πρώτη και τη δεύτερη θέση – η μάχη, επομένως, για την επόμενη κυβέρνηση παίζεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο πλευρές. Και στη Χαριλάου Τρικούπη το ξέρουν πολύ καλά, γι’ αυτό και επιμένουν να παρουσιάζουν την ψήφο στην αξιωματική αντιπολίτευση ως τη μοναδική που δεν είναι ψήφος διαμαρτυρίας, αλλά έχει τη δύναμη να «διώξει τη ΝΔ».
Δεν είναι βέβαιο πως αυτή θα είναι η εικόνα μέχρι τις κάλπες – οι εκτιμήσεις και οι απαντήσεις, σε κρυφές και φανερές δημοσκοπήσεις, δίνονται με τα σημερινά δεδομένα, που δεν περιλαμβάνουν δύο κόμματα που έχουν προαναγγελθεί, όμως δεν έχουν ακόμα ιδρυθεί. Και αν αυτό της Μαρίας Καρυστιανού, που έχει ξεκινήσει διαδικτυακά, έχει διαφορετική μορφολογία από τα κόμματα που γνωρίζουμε έως σήμερα, αυτό του Αλέξη Τσίπρα διεκδικεί ακριβώς τον ίδιο ρόλο που σήμερα έχουν κερδίσει στη Χαριλάου Τρικούπη – αυτόν του βασικού προοδευτικού πόλου.
Μέχρι, όμως, και ο Τσίπρας να κάνει τις επόμενες οργανωτικές του κινήσεις, το ΠΑΣΟΚ έχει χρόνο και μια ευκολία κινήσεων που δεν ήταν δεδομένη.
Οχι μόνο γιατί είναι δομικά έτοιμο ούτε γιατί επί της ουσίας έχει καταθέσει το πρόγραμμά του. Αυτό που βοηθάει τον Νίκο Ανδρουλάκη είναι και ο συμβολισμός: όταν, λόγω των πολλαπλών διασπάσεων του ΣΥΡΙΖΑ, η «πράσινη» κοινοβουλευτική ομάδα πήρε τη θέση τής αξιωματικής αντιπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ ήταν διστακτικό ως προς τη διαχείριση της εικόνας του δεύτερου κόμματος που δεν έχει προκύψει από εκλογική κάλπη. Πλέον κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει: οι κοινοβουλευτικές μονομαχίες μεταξύ Μητσοτάκη και Ανδρουλάκη, η μετωπική σύγκρουση και το γεγονός πως αυτές οι μάχες αποτελούν μια γνώριμη μεταπολιτευτική εικόνα στην πραγματικότητα δημιουργούν πρόσφορο έδαφος ώστε το ΠΑΣΟΚ να εκμεταλλευτεί το χρονικό περιθώριο που έχει μπροστά του.
Δεύτερο κόμμα
Δεν είναι τυχαίο πως και στις μετρήσεις που έχει στη διάθεσή του το Μέγαρο Μαξίμου, το ΠΑΣΟΚ είναι σταθερά και στις περισσότερες καθαρά δεύτερο κόμμα. Αυτή η συνθήκη θέτει και τους κανόνες για τους υπόλοιπους – το κόμμα Τσίπρα, για παράδειγμα, δεν ξεκινάει από προνομιακή θέση, αλλά φιλοδοξεί να μπει «σφήνα» στην κατάσταση που έχει ήδη δημιουργηθεί. Και η ΝΔ δεν επενδύει τόσο στη δική του εμφάνιση στη δεύτερη θέση, αλλά στο αφήγημα πως ο Τσίπρας «θα μπει από το παράθυρο» σε ένα ενδεχόμενο μετεκλογικό σχήμα, καθώς το ΠΑΣΟΚ δεν αποκλείει συνεργασία μαζί του.


