Συγκεκριμένα, υπερψηφίστηκε σήμερα από την Ολομέλεια της Βουλής το νομοσχέδιο που εισηγήθηκε ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, με τίτλο: «Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης περιφερειακής εμβέλειας και λοιπές διατάξεις».
• Τίθενται συγκεκριμένοι κανόνες και σαφείς προϋποθέσεις, τόσο ώστε να μπορούν να λάβουν άδεια οι περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί, αλλά και για τη λειτουργία τους στη συνέχεια.
• Θεσπίζονται αυστηρές κυρώσεις για τη μη τήρηση των κανόνων, που φτάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας.
Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την υλοποίηση ενός σημαντικού έργου από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης για τη μετάβαση στο τεχνολογικό πρότυπο μετάδοσης DVB T-2.
• Καταργούνται οι σχετικές προβλέψεις του Ν.4339/2015 της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ακυρώνεται στην πράξη το αποτυχημένο μοντέλο της δημοπρασίας, με το οποίο άδεια εξασφάλιζε όποιος θα πλήρωνε τα περισσότερα χρήματα.
• Προστατεύονται οι θέσεις εργασίας των δημοσιογράφων αλλά και του συνόλου των εργαζομένων ενώ, δημιουργούνται επιπλέον θέσεις εργασίας.
• Προστατεύονται οι νόμιμοι τηλεοπτικοί σταθμοί από τον αθέμιτο ανταγωνισμό που δυνητικά δέχονται από σταθμούς «φαντάσματα» ή σταθμούς που δεν πληρούν ελάχιστες προϋποθέσεις και κριτήρια, όμως παρ’ όλα αυτά κάνουν χρήση του «σπάνιου πόρου» των συχνοτήτων.
• Ενισχύεται ουσιαστικά ο έλεγχος και η εποπτεία από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, καθώς με τις διατάξεις του νομοσχεδίου, το προσωπικό του ΕΣΡ αυξάνεται κατά 62%.
Επισημαίνεται πως η διαδικασία αδειοδότησης θα πραγματοποιηθεί εξ’ ολοκλήρου από το αρμόδιο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, ανά Περιφερειακή Ζώνη. Ο αριθμός των αδειών καθορίζεται αποκλειστικά με βάση τη χωρητικότητα του διαθέσιμου φάσματος ανά Περιφερειακή Ζώνη, έπειτα από εισήγηση της ΕΕΤΤ και γνώμη του ΕΣΡ. Για τον καθορισμό του συνόλου των προϋποθέσεων αδειοδότησης και λειτουργίας, έχουν ληφθεί υπόψη τα πληθυσμιακά δεδομένα, οι οικονομικές συνθήκες ανά Περιφερειακή Ζώνη, ενώ έχει πραγματοποιηθεί εκτεταμένη διαβούλευση με τους περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς όλης της χώρας. Οι αδειοδοτημένοι περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί δεν θα πληρώνουν «αντίτιμο» για την άδεια, αντιθέτως θα καταβάλλουν ένα συμβολικό ετήσιο ποσό υπέρ του κόστους εποπτείας από το ΕΣΡ, το οποίο θα διαφέρει ανάλογα την περιφέρεια.
Η διαδικασία αδειοδότησης ανά Περιφερειακή Ζώνη διακρίνεται σε δύο φάσεις. Κατά την Α’ φάση, ελέγχονται αποκλειστικά συγκεκριμένες ποιοτικές προϋποθέσεις με κριτήρια «on/off», τα οποία οφείλει να πληροί οποιοσδήποτε τηλεοπτικός σταθμός, προκειμένου να αδειοδοτηθεί, ενώ, οι άδειες θα διακρίνονται σε άδειες ενημερωτικού προγράμματος και μη ενημερωτικού προγράμματος.
Από την πλευρά του, ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης δήλωσε:
«Με το νομοθετικό πλαίσιο για τη λειτουργία των καναλιών περιφερειακής εμβέλειας, το οποίο φέραμε και ψηφίστηκε σήμερα από την Ολομέλεια της Βουλής, αφήνουμε οριστικά πίσω ένα καθεστώς λειτουργίας που παρέμενε “προσωρινό” επί 28 χρόνια. Περνάμε πλέον σε ένα πλαίσιο οριστικής αδειοδότησης, με κανόνες, διαφάνεια και σαφή κριτήρια. Και το κάνουμε με τον θεσμικά ορθό τρόπο: Η εκτελεστική εξουσία δεν αναλαμβάνει τη χορήγηση των αδειών. Η διαδικασία ανατίθεται, όπως επιβάλλει το Σύνταγμα, στο αρμόδιο ανεξάρτητο όργανο, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Επίσης, αφήνουμε πίσω το αποτυχημένο μοντέλο της δημοπρασίας, καθώς δεν πιστεύουμε ότι είναι σωστό να παίρνει άδεια όποιος δίνει τα περισσότερα χρήματα, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να επισημανθεί ότι κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου διαμορφώθηκε ένα πεδίο συνεννόησης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ο διάλογος διεξήχθη με όρους ουσίας και αμοιβαίου σεβασμού, αντί στείρας αντιπαράθεσης. Τα τοπικά κανάλια είναι οι σταθμοί αυτοί που προβάλλουν τα πολύ σημαντικά ζητήματα για κάθε χωριό, κάθε πόλη, κάθε νομό, κάθε γειτονιά και της Αττικής και της περιφέρειας. Είναι οι δημοσιογράφοι, οι τεχνικοί, οι υπάλληλοι συνολικά, αλλά είναι και οι τηλεθεατές, οι οποίοι τα βλέπουν και για πάρα πολλά χρόνια βλέπανε τα τοπικά τους ζητήματα να προβάλλονται σε χαμηλότερης ποιότητας εικόνα και μέσα από εταιρείες που κάθε χρόνο περίμεναν τον εκάστοτε υπουργό να ανανεώσει την άδειά τους. Αυτή λοιπόν τη σοβαρή συζήτηση κάποιοι την τίμησαν. Και αναφέρομαι στην κυβερνητική πλειοψηφία και ένα μέρος της αντιπολίτευσης και κάποιοι την απαξίωσαν.
Εγώ λοιπόν κρατώ τη θετική εικόνα. Η τελική μορφή της νομοθετικής πρωτοβουλίας είναι αποτέλεσμα της διαβούλευσης που προηγήθηκε, των εισηγήσεων και των προτάσεων των φορέων, αλλά και της συμβολής εκείνου του μέρους της αντιπολίτευσης που άσκησε τον θεσμικό του ρόλο με υπευθυνότητα».


