
Σε μια περίοδο έντονων πολιτικών και κοινωνικών προκλήσεων, μέλη της Κ.Ε. και στελέχη της βάσης του ΠΑΣΟΚ καταθέτουν στο «Κ» τις απόψεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία και τη χώρα. Από την ακρίβεια, την εργασία και το κοινωνικό κράτος έως την πολιτική αξιοπιστία, τη γυναικεία συμμετοχή και την ανάγκη προοδευτικής διακυβέρνησης, οι παρεμβάσεις τους αναδεικνύουν το διαρκές αίτημα για πολιτική αλλαγή με σχέδιο, θεσμική σοβαρότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.
Πιτταράς Αντώνης: Περί 13ου μισθού
Ίσως πριν από κάποια χρόνια να υπήρχε μια προκατάληψη απέναντι στους δημοσίους υπαλλήλους. Πολλοί τους θεωρούσαν προνομιούχους, ταυτίζοντάς τους με τη μονιμότητα και με ένα καθεστώς εργασιακής ασφάλειας που περιλάμβανε τον 13ο και τον 14ο μισθό.
Σήμερα όμως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.
Όταν μιλάμε για δημόσιους υπαλλήλους, μιλάμε για τους γιατρούς του ΕΣΥ που κρατούν όρθιο το δημόσιο σύστημα υγείας, για τους δασκάλους και τους εκπαιδευτικούς στους οποίους εμπιστευόμαστε τα παιδιά μας, για τα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας και γενικότερα για χιλιάδες εργαζόμενους που προσφέρουν υπηρεσίες στους πολίτες.
Οι περισσότεροι διορισμοί πραγματοποιούνται πλέον με αξιοκρατικές διαδικασίες μέσω ΑΣΕΠ. Οι νέοι δημόσιοι υπάλληλοι διαθέτουν συχνά δύο και τρία πτυχία, μεταπτυχιακές σπουδές, ξένες γλώσσες και εξειδικευμένες δεξιότητες. Το ανθρώπινο δυναμικό του Δημοσίου είναι σήμερα περισσότερο καταρτισμένο από ποτέ και αυτό αποτυπώνεται στην ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στους πολίτες.
Την ίδια στιγμή, οι αμοιβές στο Δημόσιο παραμένουν σε πολλές περιπτώσεις χαμηλότερες από εκείνες αντίστοιχων θέσεων στον ιδιωτικό τομέα, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι εξακολουθούν να στερούνται τον 13ο και τον 14ο μισθό.
Αντί η κυβέρνηση να αναγνωρίσει έμπρακτα την προσφορά τους, ο πρωθυπουργός επιλέγει να μιλά για απολύσεις, χωρίς να έχουν παρουσιαστεί οι απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες που θα διασφαλίζουν μια απολύτως αντικειμενική και δίκαιη διαδικασία αξιολόγησης.
Η απάντηση των δημοσίων υπαλλήλων είναι ήδη ορατή. Καταγράφεται ένα αυξανόμενο κύμα αποχωρήσεων από το Δημόσιο, ενώ σύμφωνα με επίσημα στοιχεία περίπου το 30% των επιτυχόντων σε διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ δεν αποδέχεται τελικά τον διορισμό του. Το Δημόσιο παύει σταδιακά να αποτελεί ελκυστικό και ανταγωνιστικό εργασιακό περιβάλλον για τους νέους επιστήμονες και επαγγελματίες.
Το ΠΑΣΟΚ δεσμεύεται για την επαναφορά του 13ου μισθού στο Δημόσιο. Οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να ανταποκρίνονται στα προσόντα, την ευθύνη και την προσφορά τους προς την κοινωνία και το κράτος.
Χριστίνα Καμπισιούλη: Ντάμα κούπα
Δικηγόρος, Μέλος ΚΠΕ
Η για πολλές δεκαετίες ανδροκρατούμενη πολιτική ζωή στη χώρα μας, αποκτά μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερες γυναικείες φωνές. Σήμερα, που η κοινωνία αναζητά να πιστέψει ότι κάτι μπορεί να αλλάξει στην ποιότητά ζωής της, που χρειάζεται σύγχρονες προσεγγίσεις και ουσιαστική εκπροσώπηση, όλο και περισσότερες γυναίκες επιλέγουν να δραστηριοποιηθούν ενεργά στα κοινά.
Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής διαχρονικά υπήρξε ο κατεξοχήν χώρος που προώθησε την ισότητα των φύλων και στήριξε τη γυναικεία συμμετοχή στην πολιτική με θεσμικές παρεμβάσεις. Σήμερα, το ΠΑΣΟΚ φέρνει στο προσκήνιο ζητήματα που αφορούν την κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα ευκαιριών, την εργασία, την γυναικεία επιχειρηματικότητα, την οικογένεια και την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων με ουσιαστικές και υλοποιήσιμες προτάσεις.
Η ενίσχυση της γυναικείας παρουσίας και στην πολιτική, δεν αποτελεί μόνο ζήτημα εκπροσώπησης, αλλά και προϋπόθεση για μια πιο δημοκρατική, συμμετοχική και συμπεριληπτική Ελλάδα. Η πολιτική μπορεί να ανανεωθεί και να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη των πολλών, αν περισσότεροι καθημερινοί άνθρωποι με επαγγελματική εμπειρία, επιστημονική κατάρτιση και άμεση επαφή με την κοινωνία, εκφράζουν τις ανάγκες της γενιάς τους μέσα από τη δημιουργικότητα και τη διάθεση προσφοράς.
Η πολιτική οφείλει και πρέπει να γίνει ελκυστική ξανά και τα κόμματα, οι φορείς εκπροσώπησης και άσκησης της πολιτικής, να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Αντιλαμβανόμενος λοιπόν ο καθένας μας το μερίδιο της ευθύνης που του αντιστοιχεί, οφείλει να αναλάβει δράση, ώστε από το πιο απλό που είναι η ψήφος έως το πιο απαιτητικό, που είναι η ενασχόληση με την πολιτική, να αλλάξουμε τον κόσμο μας προς το καλύτερο. Άλλωστε δεν μπαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό, η παρτίδας μας δεν παίχτηκε ακόμη.
Aντώνης Υψηλάντης: «Η πολιτική αξιοπιστία κρίνεται από τις πράξεις, όχι από τις επιστροφές»
Μέλος της Ν.Ε. ΠΑΣΟΚ Δυτικής Αττικής
Ο κ. Τσίπρας επιχειρεί σήμερα να επανεμφανιστεί ως πρωταγωνιστής των πολιτικών εξελίξεων. Όμως η πολιτική αξιοπιστία δεν κρίνεται από τις δηλώσεις, αλλά από τις επιλογές, τις αποφάσεις και τα αποτελέσματα κάθε περιόδου.
Το 2015, σε μια εποχή βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, ο ελληνικός λαός έδωσε στον κ. Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ μια ιστορική ευκαιρία.
Παρά τη μεγάλη λαϊκή στήριξη, η διακυβέρνηση εκείνης της περιόδου χαρακτηρίστηκε από αντιφάσεις, αδιέξοδα και, τελικά, από μια πορεία που διέψευσε τις προσδοκίες πολλών πολιτών.
Το δημοψήφισμα του 2015 αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή αυτής της αντίφασης.
Η λαϊκή ετυμηγορία δεν μετουσιώθηκε σε μια συνεπή πολιτική στρατηγική, αλλά ακολουθήθηκε από μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, γεγονός που τραυμάτισε την εμπιστοσύνη σημαντικού μέρους της κοινωνίας προς το πολιτικό σύστημα.
Παράλληλα, κατά την περίοδο που ακολούθησε, ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε να διαμορφώσει μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Ακόμη πιο απογοητευτική, όμως, υπήρξε η στάση του ίδιου του κ. Τσίπρα που επέλεξε να παραμείνει ουσιαστικά σιωπηλός και πολιτικά αδρανής απέναντι σε κορυφαία γεγονότα που συγκλόνισαν τη χώρα και δοκίμασαν τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.
Ο κ. Τσίπρας δεν άσκησε την κριτική που όφειλε στην κυβέρνηση Μητσοτάκη για τη διαχείριση της πανδημίας, δεν πρωτοστάτησε στην ανάδειξη και καταδίκη του σκανδάλου των υποκλοπών και δεν ανέλαβε τον πολιτικό ρόλο που απαιτούσε η εθνική τραγωδία των Τεμπών.
Θεωρώ πως ένας πρώην πρωθυπουργός, που επιδιώκει να εμφανίζεται ως εκφραστής της προοδευτικής παράταξης, δεν μπορεί να είναι απών από τις μεγάλες μάχες της εποχής του.
Διότι η ηγεσία δεν ασκείται εκ των υστέρων, ούτε με επιλεκτικές παρεμβάσεις όταν το πολιτικό κόστος έχει παρέλθει. Η ηγεσία κρίνεται στις δύσκολες στιγμές, όταν η κοινωνία απαιτεί καθαρό λόγο, αποφασιστικότητα και πολιτικό θάρρος.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση περί επιστροφής του κ. Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο δεν μπορεί να γίνεται με όρους επικοινωνίας ή πολιτικής νοσταλγίας.
Πρέπει να γίνεται με όρους πολιτικού απολογισμού.
Και ο απολογισμός αυτός περιλαμβάνει όχι μόνο όσα έκανε, αλλά και όσα δεν έκανε όταν οι περιστάσεις απαιτούσαν παρουσία, πρωτοβουλία και ευθύνη.
Όλοι εμείς στο ΠΑΣΟΚ έχουμε υποχρέωση να υπενθυμίζουμε ότι η χώρα χρειάζεται σοβαρότητα, θεσμική αξιοπιστία, πολιτική συνέπεια και ένα αξιόπιστο σχέδιο για το μέλλον.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από επιστροφές στο χθες. Έχει ανάγκη από μια νέα προοδευτική προοπτική για το αύριο, με αλήθεια, ευθύνη και ουσιαστικές λύσεις για τους πολίτες.
Έχει ανάγκη για ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ με το ΠΑΣΟΚ, τον Πρόεδρό του Νίκο Ανδρουλάκη και τα άξια στελέχη του, πρωταγωνιστές των εξελίξεων.
Θανάσης Σερέπας: Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια νέα πορεία προόδου,
Μέλος ΚΠΕ ΠΑΣΟΚ
Το 1981 το ΠΑΣΟΚ, υπό την ηγεσία του ιδρυτή του, Α.Παπανδρέου, ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, σηματοδοτώντας μια νέα ιστορική περίοδο για την Ελλάδα. Για πρώτη φορά κατά τη Μεταπολίτευση, ο άνθρωπος και η κοινωνική δικαιοσύνη τέθηκαν στο επίκεντρο της πολιτικής δράσης.
Το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε με σαφές ιδεολογικό στίγμα, αρχές και αξίες, ανταποκρινόμενο στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας: δημιούργησε κέντρα υγείας, νοσοκομεία, σχολεία και πανεπιστήμια, ενισχύοντας το κοινωνικό κράτος. Διεύρυνε την πρόσβαση των πολιτών στις στρατιωτικές σχολές και στην Ελληνική Αστυνομία, εμπέδωσε την αξιοκρατία και νομοθέτησε υπέρ του εργάτη. Αξιοσημείωτη υπήρξε η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, πράξη εθνικής συμφιλίωσης.
Η μεταρρυθμιστική αυτή πορεία συνεχίστηκε κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Κ.Σημίτη. Η χώρα απέκτησε σύγχρονες υποδομές και πραγματοποίησε ένα αναπτυξιακό άλμα. Ταυτόχρονα, επιτεύχθηκε ένας κορυφαίος εθνικός στόχος: η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενισχύοντας τη θέση του Ελληνισμού στη διεθνή σκακιέρα.
Κατά την περίοδο 2009-2011, η κυβέρνηση του Γ.Παπανδρέου επιδόθηκε στον εκσυγχρονισμό των θεσμών του κράτους, μέσα σε απαιτητικές οικονομικές συνθήκες. Παράλληλα, θεσπίστηκαν μέτρα προστασίας της πρώτης κατοικίας για χιλιάδες συμπολίτες μας που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης.
Δυστυχώς, η χώρα οδηγήθηκε στον μηχανισμό στήριξης εξαιτίας των σοβαρών δημοσιονομικών ανισορροπιών που είχαν διαμορφωθεί κατά τα προηγούμενα χρόνια. Αναπτύχθηκε ένα κλίμα λαϊκισμού, ο οποίος υποσχέθηκε εύκολες λύσεις σε σύνθετα ζητήματα. Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στηρίχθηκε σε έωλες προσδοκίες, με μέγιστο τεκμήριο το Δημοψήφισμα του 2015, πλήττοντας την εμπιστοσύνη απέναντι στο πολιτικό σύστημα συλλήβδην.
Σήμερα, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζεται αποκομμένη από τις ανάγκες της κοινωνίας. Η ακρίβεια, η εξυπηρέτηση ολιγοπωλιακών συμφερόντων και η πίεση που υφίσταται η μεσαία τάξη διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Συν τοις άλλοις, η τραγωδία των Τεμπών και οι παρακολουθήσεις πολιτικών και θεσμικών προσώπων έχουν υποσκάψει την εμπιστοσύνη απέναντι στους θεσμούς.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, εμφανίζονται εκ νέου επίδοξοι «σωτήρες» οι οποίοι επιχειρούν να αποστασιοποιηθούν από το παρελθόν τους και δεσμεύονται αλλαγές χωρίς ουσιαστικές προτάσεις. Αντιθέτως, το ΠΑΣΟΚ συνιστά τη μόνη αξιόπιστη προοδευτική δύναμη που εγγυάται μια εναλλακτική πορεία για τη χώρα. Διαθέτει ιστορική παρακαταθήκη, έμπειρα και καταρτισμένα στελέχη και ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα με την κοινωνία στο προσκήνιο. Γιατί η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια νέα πορεία προόδου, με σχέδιο, υπευθυνότητα και όραμα. Και η πορεία αυτή μπορεί να οικοδομηθεί μόνο πάνω στις αξίες που υπηρέτησε διαχρονικά το ΠΑΣΟΚ.
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Παραπολιτικά Ειδήσεις .
Όταν μιλάμε για δημόσιους υπαλλήλους, μιλάμε για τους γιατρούς του ΕΣΥ που κρατούν όρθιο το δημόσιο σύστημα υγείας, για τους δασκάλους και τους εκπαιδευτικούς στους οποίους εμπιστευόμαστε τα παιδιά μας, για τα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας και γενικότερα για χιλιάδες εργαζόμενους που προσφέρουν υπηρεσίες στους πολίτες.
Την ίδια στιγμή, οι αμοιβές στο Δημόσιο παραμένουν σε πολλές περιπτώσεις χαμηλότερες από εκείνες αντίστοιχων θέσεων στον ιδιωτικό τομέα, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι εξακολουθούν να στερούνται τον 13ο και τον 14ο μισθό.
Αντί η κυβέρνηση να αναγνωρίσει έμπρακτα την προσφορά τους, ο πρωθυπουργός επιλέγει να μιλά για απολύσεις, χωρίς να έχουν παρουσιαστεί οι απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες που θα διασφαλίζουν μια απολύτως αντικειμενική και δίκαιη διαδικασία αξιολόγησης.



