Σε μια συνέντευξη που έθιξε σειρά θεμάτων, στον Alpha Radio 98,9, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επιχείρησε να αποτυπώσει το πολιτικό στίγμα της κυβέρνησης ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης, δίνοντας έμφαση στην οικονομία, την καθημερινότητα, το κράτος δικαίου και την αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση. Με αιχμηρές αναφορές στον Αλέξη Τσίπρα, αλλά και κριτική προς το ΠΑΣΟΚ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατία επιδιώκει να διατηρήσει την πολιτική κυριαρχία της μέσα από «παραδοτέα» προς τους πολίτες, θετικό πολιτικό λόγο και μετρήσιμο έργο. Παράλληλα, υπερασπίστηκε τις κυβερνητικές επιλογές απέναντι στις κατηγορίες για ζητήματα κράτους δικαίου και υποκλοπών, επικαλούμενος ευρωπαϊκές εκθέσεις και αποφάσεις της Δικαιοσύνης.
Ο Παύλος Μαρινάκης ανέφερε ότι ο μόνος δρόμος για να προσεγγίσει η Νέα Δημοκρατία τον στόχο της αυτοδυναμίας είναι η συνέπεια στην εφαρμογή τού κυβερνητικού προγράμματος και η παραγωγή απτών αποτελεσμάτων για τους πολίτες. Όπως είπε, οι πολίτες αξιολογούν όχι μόνο όσα έχουν γίνει, αλλά και το κατά πόσο μια κυβέρνηση μπορεί να πείσει για το σχέδιό της την επόμενη ημέρα. Σχολίασε ότι οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν αφενός τη μεγάλη διαφορά τής ΝΔ από τα υπόλοιπα κόμματα και αφετέρου την ανάγκη για ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια, καθώς το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να απέχει από τον στόχο της νέας αυτοδυναμίας. Τόνισε ότι η κυβέρνηση πρέπει να «σκύψει το κεφάλι», να ολοκληρώσει το έργο της και να θέτει η ίδια την πολιτική ατζέντα με βάση τις ανάγκες της κοινωνίας.
Σχολιάζοντας τη στάση του ΠΑΣΟΚ και τη δήλωση του Παναγιώτη Δουδωνή ότι ο Αλέξης Τσίπρας αποτελεί πιο «βολικό» αντίπαλο για τη ΝΔ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει μετακινηθεί στο «γήπεδο του λαϊκισμού και της παροχολογίας». Κατηγόρησε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ότι επιδιώκει πολιτική σύγκλιση με δυνάμεις που στο παρελθόν είχαν στοχοποιήσει το ίδιο το κόμμα, ενώ επέκρινε το γεγονός ότι το πρόσφατο συνέδριό του επικεντρώθηκε κυρίως στο με ποιους δεν θα συνεργαστεί και όχι στο ποιο κυβερνητικό πρόγραμμα προτείνει.
Μεγάλο μέρος της συνέντευξης αφιερώθηκε στα ζητήματα κράτους δικαίου και ελευθερίας του Τύπου, με αφορμή και την επίσκεψη του Ευρωπαίου επιτρόπου Μάικλ ΜακΓκραθ. Ο Παύλος Μαρινάκης κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι επιχειρεί να δημιουργήσει μια εικόνα συστηματικής παραβίασης του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Υποστήριξε ότι μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης βασίζεται σε «παραπληροφόρηση», όπως επισήμανε ότι συνέβη και στην υπόθεση των Τεμπών με τις θεωρίες περί ξυλολίου και εξαφανισμένων βαγονιών.
Τόνισε: «Από τη μία, λοιπόν, πλευρά έχουμε τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία δεν μένουν μόνο στις συκοφαντίες εντός συνόρων, εντός των τειχών, αλλά εξάγουν την προσπάθειά τους αυτή και στο Ευρωκοινοβούλιο μαζί με κάποιες οργανώσεις και κάποιες μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως για παράδειγμα οι ”Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα” και κάποιοι άλλοι, οι οποίοι λένε ό,τι λένε, έχουν δικαίωμα να πουν ό,τι θέλουν να πουν, αλλά όλα αυτά δεν βασίζονται στην πραγματικότητα. Και από την άλλη, που μας λένε ότι είμαστε οι τελευταίοι σε ζητήματα κράτους δικαίου στην Ευρώπη, προσέξτε ποιους έχουμε: Εγώ δεν θα αναφερθώ ούτε στην κυβέρνηση, ούτε στον πρωθυπουργό, ούτε στη Νέα Δημοκρατία. Έχουμε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτός στον οποίον αναφερθήκατε σήμερα, ο κύριος ΜακΓκραθ είναι ο αρμόδιος επίτροπος για ζητήματα Κράτους Δικαίου. Είναι από την Ιρλανδία, έχει διατελέσει υπουργός Οικονομικών. Δεν έχει καμία σχέση με αυτό το οποίο προσπαθεί να χτιστεί ως αφήγημα από την αντιπολίτευση, το αφήγημα της παραπλάνησης και των ”μηχανισμών παραπληροφόρησης” της κυβέρνησης».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επικαλέστηκε εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του ΟΟΣΑ, της Διεθνούς Διαφάνειας και του Economist, λέγοντας ότι όλες καταγράφουν πρόοδο της Ελλάδας στα ζητήματα κράτους δικαίου. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η Ελλάδα έχει λιγότερες συστάσεις από 15 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μίλησε για «άλματα προόδου» από το 2019 μέχρι σήμερα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ελευθερία του Τύπου και τη λειτουργία των θεσμών.


