
Μόνο ανώδυνα δεν πέρασε η τελευταία εμφάνιση του Κώστα Καραμανλή στο Πολεμικό Μουσείο για το Μαξίμου, το οποίο με εμφανή αμηχανία προσπαθεί να διαχειριστεί τους νέους κεραυνούς που επεφύλασσε για την κορυφή του «επιτελικού κράτους» ο πρώην πρωθυπουργός στην παρέμβασή του, κι ενώ η κυβέρνηση βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη και με τις μετασεισμικές δονήσεις που εξακολουθούν να εκδηλώνονται στο εσωτερικό της ΝΔ μετά το Πολεμικό Μουσείο.
Είναι χαρακτηριστική η έντονη εσωκομματική κριτική που άσκησε στην κυβέρνηση για τα ελληνοτουρκικά, την επομένη του Πολεμικού Μουσείου, ο βουλευτής της ΝΔ και πρώην υπουργός, Ευριπίδης Στυλιανίδης, ο οποίος αναφερόμενος στο θέμα του καλωδίου για την ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο, σημείωσε (ΔΕΛΤΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, 26.10.2026) ότι ρωτήθηκα πριν μιλήσει ο Καραμανλής και είχα την ίδια άποψη.
Διαφοροποίηση
Και καθιστώντας ξεκάθαρη τη διαφοροποίησή του από την κεντρική κυβερνητική γραμμή, τόνισε: «Θεωρώ ότι και η απλή ενημέρωση θα παρερμηνευτεί από την τουρκική πλευρά και κάποια στιγμή θα χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα εναντίον μας, αμφισβητώντας και την κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα».
Για να επισημάνει: «Όταν από το ίδιο ακριβώς σημείο διέρχονται μέχρι τώρα γύρω στα 6-7 καλώδια, όταν το διεθνές δίκαιο τέτοιου είδους συνδέσεις τις επιτρέπει να γίνονται χωρίς πρόβλημα, δεν μπορώ να διανοηθώ πώς η Τουρκία έχει το θράσος να ζητάει και μάλιστα σε χώρο, τον οποίο δεν ελέγχει, να της κοινοποιηθεί ή να αδειοδοτήσει κάτι τέτοιο. […] Ως εκ τούτου πιστεύω ότι σε αυτήν την περίπτωση έχει ο κ. Καραμανλής δίκιο. […] Εγώ νομίζω ότι η γνωστοποίηση αυτή καθεαυτή αποτελεί πράξη υποχώρησης».
Για το τουρκολιβυκό
Αλλά έντονη και σαφή κριτική στην κυβέρνηση ο κ. Στυλιανίδης διατύπωσε και για το ζήτημα της επικύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης.
Αν και δεν θέλησε να χαρακτηρίσει την εξέλιξη αυτή «εθνική ήττα», δηλώνοντας ότι «δεν υιοθετώ τους όρους “νίκη” και “ήττα”, διότι αυτή η μάχη δεν προσδιορίζει το μέλλον του “πολέμου”», η κριτική του στην κυβέρνηση ήταν ξεκάθαρη: «Ενδεχομένως μπορώ να πω ότι ήταν μία κακή στιγμή. Μία στιγμή που η ελληνική διπλωματία δεν εκτίμησε σωστά τις συνθήκες. Επένδυσε υπερβολικά πάνω στον Χαφτάρ και δεν εισέπραξε αυτό το οποίο φιλοδοξούσε να εισπράξει, ενδεχομένως από λάθος εκτιμήσεις ή επειδή διέγνωσε διαφορετικά τη συγκυρία κτλ.».
Η αμήχανη στάση Μαξίμου
Ωστόσο από την πλευρά του το Μαξίμου, το οποίο εξακολουθεί να επενδύει στην τακτική διαχωρισμού του Κώστα Καραμανλή από τον Αντώνη Σαμαρά και σε αυτό το πλαίσιο δεν θέλει να ανοίξει τώρα (και εν όψει εκλογών) μέτωπο με τον πρώτο, επιχειρεί να απαντήσει στην κριτική αυτή του κ. Καραμανλή (που όπως είδαμε εκφράζει και βουλευτές της ΝΔ) με εμφανή αμηχανία.
Γεγονός που καθίσταται σαφές και από τις τοποθετήσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, ο οποίος επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις αναφορικά με την κριτική του Κ. Καραμανλή στην κυβέρνηση για τα ελληνοτουρκικά, λέγοντας (MEGA) σε σχέση με το τουρκολιβυκό μνημόνιο ότι «ο κ. Καραμανλής μίλησε για μια δυσάρεστη εξέλιξη. Μα είναι δυσάρεστη εξέλιξη. Ούτε για εθνική ήττα μίλησε και, παράλληλα, επεσήμανε το παράνομο και ανυπόστατο. Μακάρι η αντιπολίτευση της χώρας, γιατί κάποιοι θέλουν να τον επικαλεστούν ακόμα και στην αντιπολίτευση τον κ. Καραμανλή, να είχε αυτή τη στάση».
Όσο, δε, για τη σαφή κριτική του Κ. Καραμανλή στην κυβέρνηση για το θέμα του καλωδίου με την Κύπρο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι «το αίτημα αδείας και η ενημέρωση είναι εντελώς δύο διαφορετικά πράγματα», ότι «το πρώτο παράγει νομικά αποτελέσματα, αναγνωρίζει, δηλαδή, δικαιοδοσία όταν ζητάς άδεια», ενώ «το δεύτερο δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα», ότι «καμία άδεια δεν θα πάρουμε από κανένα άλλο κράτος» και ότι «ως προς την ενημέρωση, που δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα […] θα γίνει ό,τι προβλέπεται σε κάθε τέτοιο έργο», κάνοντας λόγο για μια «απλή» και μια «τυπική ενημέρωση».
Οι προειδοποιήσεις Καραμανλή
Υπενθυμίζεται ότι ο Κ. Καραμανλής, για το θέμα του καλωδίου είχε στείλει σαφείς προειδοποιήσεις προς το Μαξίμου, επισημαίνοντας ότι «οποιοδήποτε αίτημα για εκχώρηση άδειας από την Τουρκία για το καλώδιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Είτε αυτό ονομαστεί ενημέρωση είτε ανακοίνωση είτε όπως αλλιώς», προσθέτοντας ότι «μετά από αυτό, δεν θα μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα στο Αιγαίο, χωρίς την άδεια της Τουρκίας. Ακόμη και το παραμικρό έργο υποδομής μεταξύ των νησιών μας πια».
Όσο, δε, για την κύρωση του τουρκολιβυκού συμφώνου από το λιβυκό Κοινοβούλιο, είχε κάνει λόγο για μία «αναμφίβολα αρνητική εξέλιξη για τα εθνικά μας συμφέροντα, διότι μπορεί μεν να μην παράγει νομικά αποτελέσματα, είναι όμως επίδειξη δύναμης, επιρροής και πρόκλησης τετελεσμένων, από τους γείτονες».
Αιχμές
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρώην πρωθυπουργός είχε διατυπώσει σαφείς αιχμές για τα ελληνοτουρκικά, σημειώνοντας ότι «σφάλλουν λοιπόν και σφάλλουν βαρέως», διαβάζοντας «λάθος τη στρατηγική της Τουρκίας», όσοι «προωθούν τις αντιλήψεις» ότι «υπερβάλλουμε σχετικά με την στάση της Τουρκίας. Ότι παρεξηγούμε κάθε της κίνηση και υπερθεματίζουμε στα δίκαιά μας. Ότι πρέπει να της αναγνωρίσουμε κάποια δικαιώματα. Ότι, έστω και αν μερικώς υπερβάλλει, έχει και θεμιτές απαιτήσεις, που πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε με πνεύμα καλής πίστης και συνδιαλλαγής. Ότι δεν μπορούμε να τα θέλουμε όλα δικά μας, να έχουμε μαξιμαλιστικές θέσεις, ότι μεταξύ γειτόνων πάντα υπάρχει η δυνατότητα ενός αποδεκτού συμβιβασμού».
Στο ίδιο πλαίσιο, απέδωσε στην Τουρκία «ολοκληρωμένο σχεδιασμό που αποσκοπεί στην συνολική ανατροπή του status quo στο Αιγαίο, στην απόκτηση δικαιωμάτων στην καρδιά του Αιγαίου στην πλάτη των ελληνικών νησιών, για έλεγχο του Αιγαίου μέχρι τον 25ο παράλληλο», καταλογίζοντας στην τουρκική πλευρά, μεταξύ άλλων, ότι «πλέον χρησιμοποιεί την αποστρατιωτικοποίηση ως εργαλείο αμφισβήτησης της κυριαρχίας αυτών των νησιών» και ότι «αποπειράται, στη θέση των κανόνων δικαίου, να επιβάλλει αυθαίρετα το δίκαιο του ισχυρότερου».
Για «εταίρους και συμμάχους»
Ταυτόχρονα άσκησε σφοδρή κριτική σε «εταίρους και συμμάχους» που, όπως είπε, «δεν είναι άμοιροι ευθυνών», καταλογίζοντάς τους, μεταξύ άλλων, ότι «μας καλούν σε συστράτευση και θυσίες υπέρ της Ουκρανίας, αλλά για την αιμορραγούσα Κύπρο σφυρίζουν αδιάφορα και ευνοούν λύσεις που επί της ουσίας δικαιώνουν τον παράνομο εισβολέα και κατακτητή»
Αλλά έκανε λόγο και για «πρόσθετες απαιτήσεις εκ μέρους συμμάχων και εταίρων», λέγοντας: «Μη μιλάτε με τους Ρώσους, μη συνεργάζεστε με τους Κινέζους», ενώ, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε και στην αποστολή «όπλων στην Ουκρανία», αλλά συντάχθηκε και με την εκ δεξιών κριτική για «άκριτη υιοθέτηση των υπερβολών της woke agenda», με τις αιχμές του να απευθύνονται έτσι εμμέσως και στην ελληνική κυβέρνηση, στην οποία θέλησε να στείλει το μήνυμα ότι «ήρθε όμως η ώρα να τους πούμε ότι οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Ότι οι απαιτήσεις συνοδεύονται από κάποια αντιπαροχή» και πως «κανένας δεν σέβεται κάποιον που δεν υπερασπίζεται τα δίκαια του, τις αρχές του, την πατρίδα του. Και κανένας δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του σοβαρά αυτόν που δεν αντέχει να ορθώσει το ανάστημά του όταν θίγεται».
Συναντίληψη
Και βέβαια με το συνολικό πλαίσιο που ο κ. Καραμανλής έθεσε στην ομιλία του στο Πολεμικό Μουσείο, κατέστη σαφές ότι εξακολουθεί να έχει συναντίληψη σε σειρά ζητημάτων (και ως προς την κριτική απέναντι στην κυβέρνηση) με τον έτερο πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ήταν παρών στην εκδήλωση, όπως και ο τρίτος πρώην πρόεδρος της ΝΔ Βαγγέλης Μεϊμαράκης (που, όπως όλοι οι πρώην πρόεδροι του κόμματος, απουσίαζε από την επίσημη κομματική γιορτή, όσο και αν ο πρωθυπουργός επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις σπεύδοντας να τον συναντήσει στις Βρυξέλλες).
Η συναντίληψη αυτή φάνηκε και από την, αιχμηρή για το Μαξίμου, δήλωση του Αντ. Σαμαρά, μετά την ομιλία Καραμανλή, ότι «το θέμα δεν είναι ότι τον άκουσα εγώ (σ.σ. τον κ. Καραμανλή). Το θέμα είναι ότι άλλοι πρέπει να τον ακούσουν».
Η στάση Καραμανλή
Φυσικά ο Κ. Καραμανλής, με δεδομένο ότι λόγω και της οικογενειακής του παράδοσης -όπως λέγεται στο «γαλάζιο» εσωτερικό- είναι Νέα Δημοκρατία ήδη από πριν ο ίδιος γεννηθεί, δεν θα μπορούσε ποτέ να στηρίξει ένα άλλο κόμμα, όπως το υπό διαμόρφωση κόμμα Σαμαρά, απέναντι στο οποίο, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, κρατάει στάση ουδετερότητας και ούτε προτρέπει ούτε αποτρέπει, όποιον ενδιαφέρεται για αυτό, να στραφεί προς τα εκεί.
Κάτι που βέβαια προφανώς δε σημαίνει ότι έχει πάψει να υπολογίζει και να εντάσσει τον πρώην πρωθυπουργό Αντ. Σαμαρά, στο κομμάτι της παραδοσιακής ΝΔ που ο ίδιος εκφράζει και το οποίο αισθάνεται αυτή τη στιγμή εξαιρετικά αποκομμένο από τη σημερινή ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη και έχει έντονη δυσαρέσκεια απέναντι στη διακυβέρνηση του «επιτελικού κράτους». Άλλωστε ο κ. Καραμανλής έχει δημοσίως πάρει σαφή θέση κατά της διαγραφής του κ. Σαμαρά από τον πρωθυπουργό.
Ταυτόχρονα ο Κ. Καραμανλής εμμένει στις διαφωνίες και την κριτική του προς την κυβέρνηση και εξακολουθεί να είναι απολύτως σαφές ότι παραμένει ανεξίτηλη η διαχωριστική γραμμή που τον χωρίζει από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, με τον οποίο το ρήγμα, που έχει στην κορυφή του το σκάνδαλο των υποκλοπών, έχει καταστεί αγεφύρωτο.



