Σύμφωνα με τη Eurostat, το 40,6% των εργαζομένων ηλικίας 20 έως 64 ετών στην Ελλάδα εργάζεται το Σάββατο ή και την Κυριακή σε τακτική βάση. Αυτό σημαίνει ότι για 4 στους 10 εργαζόμενους δεν υπάρχει ούτε μια μέρα ξεκούρασης. Ακόμα κι αν πίσω από τη δουλειά το Σαββατοκύριακο κρύβεται κάποια μορφή διευθέτησης του χρόνου εργασίας, δεν αναιρείται το γεγονός ότι τα ωράρια προσομοιώνουν ολοένα και περισσότερο στο «όπως, όποτε και όσο θέλει ο εργοδότης». Οι νόμοι για την οργάνωση (βλέπε απορρύθμιση) του χρόνου εργασίας, σε συνδυασμό με την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας, έχουν μετατρέψει σε κανονικότητα τη δουλειά τα Σαββατοκύριακα για μεγάλο μέρος των εργαζομένων, χωρίς αυτό να περιορίζεται στον Τουρισμό ή στο Εμπόριο. Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και σε άλλες χώρες της ΕΕ, όπως η Μάλτα (32% των εργαζομένων), η Κύπρος (31,4%), η Ιταλία (30,1%). Περίπου 3 στους 10 εργαζόμενους δουλεύουν τα Σαββατοκύριακα σε Γαλλία, Ισπανία και Ιρλανδία, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ είναι στο 21% (1 στους 5). Αυτές είναι οι «βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές» που υπερασπίζονται η κυβέρνηση και τα άλλα κόμματα, έχοντας στηρίξει τις άθλιες Οδηγίες και κατευθύνσεις της ΕΕ για τη διευθέτηση. Αντί ο εργάσιμος χρόνος να μειώνεται και οι εργαζόμενοι να απολαμβάνουν περισσότερο ποιοτικό ελεύθερο χρόνο, το κυνήγι του μεγαλύτερου κέρδους κινεί τους δείκτες αντίστροφα. Η αντεπίθεση για σταθερό ημερήσιο χρόνο εργασίας, 7ωρο – 5ήμερο – 35ωρο, με αύξηση αποδοχών είναι πιο αναγκαία από ποτέ, με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες και τις δυνατότητες που προσφέρει η εποχή.
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ: Πολιτική .
