Η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν είχε, από την αρχή, μια γεωγραφική ιεραρχία επιπτώσεων. Η Ασία και η Ευρώπη, βαθιά εξαρτημένες από τις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο, βρέθηκαν πρώτες στο επίκεντρο. Οι ΗΠΑ,, με την αυξημένη εγχώρια παραγωγή και τη σχετική ενεργειακή αυτάρκεια των τελευταίων ετών, έμοιαζαν σχετικά προστατευμένες.
Ακόμη επομένως και αν η αμερικανική οικονομία δεν εξαρτάται άμεσα από εισαγωγές από την περιοχή, δεν μπορεί να αποκοπεί από τις διακυμάνσεις της παγκόσμιας προσφοράς και ζήτησης. Με άλλα λόγια, η ενεργειακή αυτάρκεια δεν συνεπάγεται ενεργειακή ανεξαρτησία. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές βιώνουν ήδη τις συνέπειες ενός πολέμου που διεξάγεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στη βενζίνη. Η τιμή του ντίζελ —κρίσιμη για τη μεταφορά εμπορευμάτων— έχει αυξηθεί ακόμη περισσότερο, ξεπερνώντας τα 5 δολάρια το γαλόνι. Αυτό μεταφράζεται άμεσα σε υψηλότερο κόστος για σχεδόν κάθε προϊόν: από τα τρόφιμα μέχρι τα έπιπλα. Η αλυσίδα είναι απλή, αλλά αμείλικτη. Ακριβότερη ενέργεια σημαίνει ακριβότερες μεταφορές, άρα ακριβότερα αγαθά. Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο που η ζήτηση αυξάνεται εποχικά. Η μετάβαση στη λεγόμενη «θερινή» βενζίνη —πιο ακριβή στην παραγωγή— και η έναρξη της ταξιδιωτικής περιόδου εντείνουν περαιτέρω τις πιέσεις. Η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε προσωρινή χαλάρωση ορισμένων κανονισμών για να συγκρατήσει τις τιμές, αλλά οι δυνατότητες παρέμβασης είναι περιορισμένες. Σε αντίθεση με τα όσα πιστεύονται, ο Λευκός Οίκος έχει περιορισμένες δυνατότητες να ελέγξει τις τιμές των καυσίμων. Μπορεί να επηρεάσει μεν τη διαθεσιμότητα μέσω απελευθέρωσης στρατηγικών αποθεμάτων ή να εφαρμόσει ρυθμιστικά πλαίσια, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει τις βασικές δυναμικές της αγοράς. Σε μια εκλογική χρονιά, η άνοδος της τιμής της βενζίνης αποτελεί επομένως έναν από τους πιο άμεσους και ορατούς κινδύνους για την κυβέρνηση. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος μέχρι πρόσφατα επικαλείτο τη μείωση των τιμών ως απόδειξη για την επιτυχία της οικονομικής του πολιτικής, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα. Ο πόλεμος που ο ίδιος επέλεξε να ξεκινήσει έχει άμεσο κόστος για τα αμερικανικά νοικοκυριά. Και αυτό έχει αρχίσει να αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις. Περισσότεροι από τους μισούς Αμερικανούς δηλώνουν ότι οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων έχουν επηρεάσει, έστω και σε κάποιο βαθμό, τα οικονομικά τους. Και για ένα σημαντικό ποσοστό, η επίπτωση είναι σοβαρή. Και δεν είναι ένα κόστος που παραβλέπεται εύκολα. Οι καταναλωτές μπορούν να περιορίσουν κάποιες δαπάνες, αλλά δεν μπορούν να αλλάξουν εύκολα τον τόπο κατοικίας τους, τη δουλειά τους ή τις βασικές τους μετακινήσεις. Η ενέργεια, με αυτή την έννοια, δεν είναι ελαστική δαπάνη. Τελικά, η πορεία των τιμών δεν θα κριθεί ούτε στα αμερικανικά πρατήρια ούτε στην Ουάσινγκτον, αλλά στα θαλάσσια περάσματα του Περσικού Κόλπου και στην εξέλιξη ενός πολέμου χωρίς ορατή διέξοδο μέχρι στιγμής. Όσο οι ροές πετρελαίου παραμένουν ασταθείς, η πίεση θα μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στην αντλία — και από εκεί στην καθημερινότητα εκατομμυρίων Αμερικανών. Σε μια εκλογική χρονιά, αυτό μετατρέπει την ενέργεια σε πολιτικό πρόβλημα πρώτης γραμμής, όχι μόνο για την οικονομία αλλά και για την ίδια τη συνοχή της βάσης που στήριξε τον Ντόναλντ Τραμπ. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και από το βήμα της φετινής CPAC, της καθιερωμένης ετήσιας συνόδου της τραμπικής δεξιάς, ακούστηκαν προειδοποιήσεις πως μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να κάνει την Αμερική -αντί για σπουδαία – «πιο φτωχή και λιγότερο ασφαλή». Είναι σαφές πως όταν το κόστος του πολέμου αρχίζει να αποτυπώνεται καθημερινά στο ρεζερβουάρ, οι απλοικές βεβαιότητες πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η ρητορική Τραμπ αρχίζουν να υποχωρούν. Αφήνοντας πίσω τους τις πρώτες, ορατές ρωγμές.Ρωγμές στο MAGA
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Neostrategy.gr .


