Skip to content

Σε μια παρέμβαση που αναμένεται να προκαλέσει αίσθηση στον νομικό και πολιτικό κόσμο, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκός, κ. Προκόπης Παυλόπουλος, κατέθεσε από το βήμα της «Ναυτεμπορικής» μια βαθιά ανατομία της σύγχρονης ελληνικής θεσμικής πραγματικότητας. Με λόγο αιχμηρό αλλά τεκμηριωμένο, ο κ. Παυλόπουλος δεν περιορίστηκε σε μια απλή ανάλυση της επικαιρότητας, αλλά προχώρησε σε μια συνολική αμφισβήτηση της αναγκαιότητας για μια νέα συνταγματική αναθεώρηση, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα της χώρας δεν έγκειται στις ελλείψεις του Καταστατικού Χάρτη, αλλά στην κανονιστική απίσχνανση που επιβάλλει η στρεβλή πολιτική πρακτική.

Το «φάντασμα» της αναθεώρησης και η κουλτούρα της παραβίασης

Ο κ. Παυλόπουλος ξεκίνησε την τοποθέτησή του απαντώντας στο κεντρικό ερώτημα της περιόδου: Χρειάζεται η Ελλάδα μια νέα συνταγματική αναθεώρηση; Η απάντησή του ήταν κατηγορηματικά αρνητική. Σύμφωνα με τον τέως Πρόεδρο, η ιστορία των ελληνικών αναθεωρήσεων δείχνει μια επικίνδυνη τάση: το πολιτικό σύστημα, αντί να προσαρμόζεται στις επιταγές του Συντάγματος, επιχειρεί να αλλάξει το Σύνταγμα κάθε φορά που οι διατάξεις του γίνονται «ενοχλητικές» για την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία.

Ανατρέχοντας στο παρελθόν, εξήγησε πως το Σύνταγμα του 1975 ήταν ένα σοφό κείμενο που προέβλεπε ισχυρά θεσμικά αντίβαρα. Ωστόσο, η αναθεώρηση του 1986, όπως σημείωσε, δεν έγινε επειδή οι διατάξεις ήταν ανεπαρκείς, αλλά επειδή η τότε πολιτική παντοδυναμία δεν μπορούσε να ανεχθεί τον ρυθμιστικό ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το ίδιο μοτίβο διέκρινε και στην πρόσφατη αλλαγή του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο κ. Παυλόπουλος υποστήριξε ότι η αποσύνδεση της εκλογής από τη διάλυση της Βουλής δεν έγινε για να προστατευθεί η σταθερότητα, αλλά ως «ομολογία αποτυχίας» των κομμάτων να συνεννοηθούν. Αντί να τηρηθεί το πνεύμα της συναίνεσης που επέβαλλε ο νομοθέτης, το πολιτικό σύστημα επέλεξε να «δέσει τον εαυτό του στο κατάρτι», υποβαθμίζοντας τελικά το δημοκρατικό κύρος του θεσμού.

Η «καρικατούρα» της κοινοβουλευτικής έρευνας και η ευθύνη υπουργών

Ιδιαίτερα δηκτικός ήταν ο κ. Παυλόπουλος στο ζήτημα της ποινικής ευθύνης των μελών της κυβέρνησης. Παρόλο που αναγνώρισε ότι υπάρχει μια γενικευμένη απαίτηση για κατάργηση των προνομιακών διατάξεων, εξήγησε ότι το υφιστάμενο πλαίσιο —όπως διαμορφώθηκε το 2001— θα μπορούσε να λειτουργήσει αν υπήρχε η στοιχειώδης πολιτική βούληση.

Κατήγγειλε ότι οι Εξεταστικές Επιτροπές και οι Επιτροπές Προκαταρκτικής Εξέτασης έχουν μετατραπεί σε «καρικατούρες» δικαστικών διαδικασιών. Οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, όπως είπε, χρησιμοποιούν τη διαδικασία όχι για να χύσουν φως, αλλά για να υψώσουν «μπαριέρες» προστασίας γύρω από πολιτικά πρόσωπα. Αναφερόμενος σε πρόσφατες υποθέσεις που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη, τόνισε ότι η άρνηση σύστασης επιτροπών ή η διεξαγωγή ερευνών-προσχημάτων οδηγεί νομοτελειακά στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Η λύση, κατά τον ίδιο, είναι η πλήρης απεμπλοκή της Βουλής και η παραπομπή των υποθέσεων στον φυσικό δικαστή, με ταυτόχρονη θεσμοθέτηση διαδικασιών επιτάχυνσης, ώστε να μην μένουν οι πολιτικοί σε μια ιδιότυπη ομηρία για δεκαετίες.

Επιτελικό Κράτος: Η αποθέωση του συγκεντρωτισμού

Μία από τις πιο σημαντικές πτυχές της παρέμβασης του κ. Παυλόπουλου αφορούσε την κριτική του στο λεγόμενο «Επιτελικό Κράτος». Με την ιδιότητα του καθηγητή Διοικητικού Δικαίου, εξήγησε ότι η έννοια του επιτελικού κράτους στη διεθνή βιβλιογραφία αφορά ένα κράτος που χαράζει στρατηγική και αφήνει την υλοποίηση στην αποκεντρωμένη διοίκηση και την αυτοδιοίκηση.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, υποστήριξε ότι ο νόμος 4622/2019 δημιούργησε το ακριβώς αντίθετο: ένα «υδροκέφαλο» και άκρως συγκεντρωτικό σύστημα, όπου τα πάντα ελέγχονται από το Μέγαρο Μαξίμου. Αυτός ο συγκεντρωτισμός, κατά τον κ. Παυλόπουλο, είναι η αιτία που μεγάλα σκάνδαλα ή λειτουργικές αστοχίες —όπως αυτές στον ΟΠΕΚΕΠΕ ή στον ΟΣΕ— δεν προλαμβάνονται. «Όταν προσπαθείς να παρακολουθήσεις την παραμικρή λεπτομέρεια της καθημερινότητας από ένα κέντρο, τελικά σου ξεφεύγουν τα μεγάλα και τα ουσιώδη», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, επισήμανε την πλήρη αποδυνάμωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τόνισε ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια των δήμων, όμως στην πράξη το κεντρικό κράτος τους έχει μετατρέψει σε «επαίτες» πόρων και προσωπικού, ακυρώνοντας έναν από τους βασικούς πυλώνες της δημοκρατίας.

Η «πελατειακή» δικαιοσύνη και η ευρωπαϊκή εισαγγελία

Στο κεφάλαιο της Δικαιοσύνης, ο τέως Πρόεδρος ήταν εξίσου αποκαλυπτικός. Σχολιάζοντας την κυβερνητική πρόταση για αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων, την χαρακτήρισε ως έμμεση ομολογία ότι οι μέχρι τώρα επιλογές δεν ήταν αξιοκρατικές.

Υποστήριξε ότι το πρόβλημα δεν είναι η συνταγματική διάταξη που δίνει στην κυβέρνηση την αρμοδιότητα επιλογής, αλλά η πολιτική νοοτροπία που αναζητά «πειθήνιες» ηγεσίες. Περιέγραψε μια ζοφερή εικόνα όπου δικαστές, στην προσπάθειά τους να αναρριχηθούν στην ιεραρχία, εμπλέκονται σε πελατειακές σχέσεις με την πολιτική εξουσία. «Η αξιοκρατία στην Ελλάδα παραμένει ζητούμενο από το 1822», παρατήρησε με πικρία.

Επιπλέον, πήρε ξεκάθαρη θέση στην αντιπαράθεση κυβέρνησης και Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Υπενθύμισε ότι ο ίδιος, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, είχε πρωτοστατήσει στις διαδικασίες θεμελίωσης αυτού του θεσμού στην Ελλάδα. Χαρακτήρισε ως «θεσμική απρέπεια» τις επιθέσεις εναντίον της Ευρωπαίας Εισαγγελέως, τονίζοντας ότι οι εισαγγελείς κάνουν απλώς τη δουλειά τους με βάση τα στοιχεία που συλλέγουν. Η αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών θεσμών επειδή οι έρευνές τους «ενοχλούν», αποτελεί κατά τον κ. Παυλόπουλο δείγμα δημοκρατικής οπισθοδρόμησης.

Η Ευρώπη και το «φαινόμενο Trump»

Η ανάλυση του κ. Παυλόπουλου επεκτάθηκε και πέρα από τα ελληνικά σύνορα, συνδέοντας την εγχώρια θεσμική κρίση με τη γενικότερη κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας στη Δύση. Εξέφρασε την ανησυχία του για την κατάρρευση των θεσμικών αντιβάρων στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάνοντας λόγο για «γελοιότητες» που απαξιώνουν τον προεδρικό θεσμό.

Ωστόσο, την κύρια ευθύνη την απέδωσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υποστήριξε ότι η Ευρώπη παραμένει «γυμνή στον ήλιο» και έρμαιο των διαθέσεων του κάθε Donald Trump, επειδή αρνείται να ολοκληρώσει την πολιτική και αμυντική της ενοποίηση. «Εκλιπαρούμε άλλους να λύσουν προβλήματα στη γειτονιά μας, ενώ η ίδια η Ευρώπη στερείται ενιαίας εξωτερικής πολιτικής και στρατού», τόνισε, καλώντας σε μια νέα αφύπνιση της ευρωπαϊκής ιδέας.

Επίλογος: Μια κραυγή για θεσμική σοβαρότητα

Το ρεπορτάζ από την παρέμβαση του Προκόπη Παυλόπουλου αναδεικνύει μια κεντρική αλήθεια: η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη νόμων, αλλά από έλλειψη θεσμικού ήθους. Ο τέως Πρόεδρος, με την εμπειρία του από τον ύπατο θεσμό της χώρας αλλά και την ακαδημαϊκή του συγκρότηση, προειδοποίησε ότι καμία συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να σώσει μια δημοκρατία όταν οι λειτουργοί της επιλέγουν τη στρατηγική της «παράκαμψης».

Το μήνυμά του ήταν σαφές: πριν ανοίξουμε το κεφάλαιο της αλλαγής του Συντάγματος, οφείλουμε να κλείσουμε το κεφάλαιο της παραβίασής του. Η τήρηση του κανόνα δικαίου, η πραγματική αποκέντρωση, η αξιοκρατία στη δικαιοσύνη και ο σεβασμός στα διεθνή θεσμικά αντίβαρα δεν είναι θέμα νομικών διατυπώσεων, αλλά ζήτημα δημοκρατικής παιδείας.

Σε μια περίοδο που η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό, η φωνή του κ. Παυλόπουλου λειτουργεί ως μια υπενθύμιση ότι η Δημοκρατία δεν είναι ένα στατικό κείμενο, αλλά μια καθημερινή άσκηση συνέπειας. Η παρέμβασή του στη «Ναυτεμπορική» δεν ήταν απλώς μια πολιτική κριτική, αλλά ένα προσκλητήριο για την επιστροφή στις θεμελιώδεις αρχές του Νομικού Πολιτισμού, μακριά από επικοινωνιακά τεχνάσματα και συγκυριακές σκοπιμότητες.

Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί από το πολιτικό σύστημα είναι αν θα εισακουστεί αυτή η προειδοποίηση ή αν η χώρα θα οδηγηθεί σε μια ακόμη «αναθεώρηση-πυροτέχνημα», η οποία θα αφήσει ανέπαφες τις δομικές παθογένειες που κρατούν το κράτος δέσμιο του συγκεντρωτισμού και της αναξιοκρατίας.

Το πρωτότυπο άρθρο https://geopolitico.gr/2026/05/i-apantisi-tis-gallias-stin-tourkia-gia-tis-diloseis-makron-to-parisi-den-stochevei-kamia-chora/ ανήκει στο Πολιτική – Geopolitico .