Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Γιατί θέλουν κατάργηση του βέτο στην ΕΕ;

Ένα νέο και απρόσμενο μέτωπο προβληματισμού ανοίγει για το Ισραήλ, καθώς το Πακιστάν επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο του στη Μέση Ανατολή, εμφανιζόμενο ως μεσολαβητής ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Israel Hayom, το Ισλαμαμπάντ δεν είναι πλέον απλός παρατηρητής των περιφερειακών εξελίξεων, αλλά διεκδικεί θέση κεντρικού παίκτη σε ένα πεδίο όπου μέχρι σήμερα κυριαρχούσαν χώρες όπως το Κατάρ, το Ομάν, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία.

Η εξέλιξη αυτή ήρθε στο προσκήνιο στο αποκορύφωμα της επιχείρησης «Roaring Lion», όταν άρχισαν οι συζητήσεις για κατάπαυση του πυρός και αποκλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν. Ενώ αρχικά θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητο ότι τον ρόλο του διαμεσολαβητή θα αναλάμβαναν η Ντόχα ή η Μουσκάτ, τελικά το Πακιστάν βρέθηκε στο επίκεντρο των επαφών.

Το γεγονός προκάλεσε έκπληξη, αλλά όχι σε όσους παρακολουθούν διαχρονικά τις σιωπηρές διπλωματικές διαδρομές της περιοχής. Πακιστανοί αναλυτές υπενθυμίζουν ότι το Ισλαμαμπάντ διατηρεί εδώ και δεκαετίες δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη. Από το 1980, μάλιστα, το Πακιστάν διαχειρίζεται τα ιρανικά προξενικά συμφέροντα στις ΗΠΑ.

Όπως σημειώνει ο Πακιστανός δημοσιογράφος Άχμεντ Κουραΐσι, το Ισλαμαμπάντ έχει διαμεσολαβήσει σιωπηρά μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν επί περίπου 20 χρόνια. Η εμπειρία αυτή, σε συνδυασμό με την κατανόηση της ιρανικής εσωτερικής λογικής, φαίνεται πως αξιοποιήθηκε από την κυβέρνηση Τραμπ.

Η νέα πακιστανική κινητικότητα δεν είναι άσχετη με τις εσωτερικές και περιφερειακές πιέσεις που δέχεται η χώρα. Το Πακιστάν πλήρωσε βαρύ τίμημα από τον πόλεμο, με σχολεία να κλείνουν για εβδομάδες και μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας να μεταφέρεται σε καθεστώς τηλεργασίας. Παράλληλα, το Ισλαμαμπάντ φοβάται ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει αναταραχή στη μεγάλη σιιτική μειονότητα της χώρας.

Την ίδια στιγμή, το Πακιστάν δεσμεύεται από στενές σχέσεις ασφαλείας με τη Σαουδική Αραβία. Η αμυντική συμφωνία που υπεγράφη με το Ριάντ, αλλά και η οικονομική στήριξη ύψους 2 δισ. δολαρίων από τη Σαουδική Αραβία για την ενίσχυση των συναλλαγματικών αποθεμάτων του Πακιστάν, δείχνουν το βάθος της σχέσης των δύο πλευρών.

Αυτό δημιουργεί μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία. Το Πακιστάν έχει ανάγκη να μη συγκρουστεί με το Ιράν, λόγω γεωγραφίας, σιιτικού πληθυσμού και κοινών συνοριακών προβλημάτων στο Μπαλουχιστάν. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μπορεί να αγνοήσει τις δεσμεύσεις του προς τις χώρες του Κόλπου και ειδικά τη Σαουδική Αραβία.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιδιαιτερότητα του πακιστανικού ρόλου. Δεν πρόκειται για ουδετερότητα ελβετικού τύπου. Το Πακιστάν δεν είναι αποστασιοποιημένος μεσολαβητής. Είναι χώρα με συμφέροντα, δεσμεύσεις, εξαρτήσεις και στρατηγικούς φόβους. Αυτή η περιπλοκότητα, όμως, του επιτρέπει να συνομιλεί με όλες τις πλευρές.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το Ισλαμαμπάντ φέρεται να πίεσε την Τεχεράνη να σταματήσει τις επιθέσεις κατά κρατών του Κόλπου, προειδοποιώντας ότι η συνέχιση της σύγκρουσης θα μπορούσε να αναγκάσει το Πακιστάν να πάρει πιο καθαρή θέση υπέρ των αραβικών μοναρχιών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η στάση του Πακιστάν απέναντι στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Επισήμως, το Ισλαμαμπάντ υποστηρίζει το δικαίωμα του Ιράν στην ειρηνική πυρηνική τεχνολογία. Παρασκηνιακά, όμως, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ενθαρρύνει την Τεχεράνη να κάνει τις αναγκαίες παραχωρήσεις προς τις ΗΠΑ, καθώς ούτε το Πακιστάν ούτε οι περισσότερες γειτονικές χώρες θα ήθελαν ένα πυρηνικά εξοπλισμένο Ιράν.

Για το Ισραήλ, το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Η ερευνήτρια δρ. Oshrit Birvadker, του Jerusalem Institute for Strategy and Security, τονίζει ότι το Πακιστάν δεν βλέπει το Ισραήλ ως νόμιμο μέρος της περιφερειακής τάξης. Αντιθέτως, εμφανίζεται ως δύναμη που φιλοδοξεί να ενώσει τον μουσουλμανικό κόσμο και να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ σουνιτών και σιιτών.

Από ισραηλινή σκοπιά, αυτή η φιλοδοξία είναι επικίνδυνη. Αν το Πακιστάν, μια πυρηνική μουσουλμανική δύναμη με τεράστιο πληθυσμό και ισχυρό στρατό, αποκτήσει μεγαλύτερο διπλωματικό βάρος στη Μέση Ανατολή, τότε η Ιερουσαλήμ θα πρέπει να το αντιμετωπίσει ως σοβαρό στρατηγικό παράγοντα.

Το δημοσίευμα στέκεται ιδιαίτερα στις αντιισραηλινές και αντισημιτικές δηλώσεις του Πακιστανού υπουργού Άμυνας Khawaja Asif, ο οποίος, εν μέσω ευαίσθητων συνομιλιών, εξαπέλυσε μέσω X σκληρή επίθεση κατά του Ισραήλ, χαρακτηρίζοντάς το «καρκινικό κράτος» και κατηγορώντας το για σφαγές σε Γάζα, Ιράν και Λίβανο.

Η δήλωση προκάλεσε οργή στην Ιερουσαλήμ, με το γραφείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού να χαρακτηρίζει απαράδεκτη την τοποθέτηση και να επισημαίνει ότι τέτοια ρητορική δεν μπορεί να συνυπάρχει με τον ρόλο ενός «ουδέτερου μεσολαβητή». Το tweet αργότερα διαγράφηκε, όμως η ζημιά είχε γίνει.

Η υπόθεση ανέδειξε κάτι που στο Ισραήλ θεωρούν κρίσιμο: ακόμη και αν υπάρχουν φωνές στο Πακιστάν που βλέπουν θετικά την εξομάλυνση σχέσεων με το Ισραήλ, στην κορυφή του κράτους εξακολουθούν να υπάρχουν ισχυρά αντιισραηλινά αντανακλαστικά.

Κομβικό πρόσωπο στην πακιστανική εξωτερική πολιτική εμφανίζεται ο στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και, σύμφωνα με την ανάλυση, ο ισχυρότερος άνθρωπος της χώρας. Η άφιξή του στην Τεχεράνη, όπου έγινε δεκτός από τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, επιβεβαίωσε ότι στο Πακιστάν η διπλωματία δεν περνά μόνο από το υπουργείο Εξωτερικών, αλλά κυρίως από τον στρατό.

Η γνωστή φράση «κάθε χώρα έχει στρατό, αλλά στο Πακιστάν ο στρατός έχει χώρα» αποτυπώνει τη δομή εξουσίας στο Ισλαμαμπάντ. Παρότι υπάρχει εκλεγμένη πολιτική κυβέρνηση, η πραγματική ισχύς βρίσκεται στο Γενικό Επιτελείο. Ο Μουνίρ έχει υπηρετήσει τόσο στην στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών όσο και στην πανίσχυρη ISI, ενώ η θητεία του έχει επεκταθεί και η επιρροή του έχει ενισχυθεί θεσμικά.

Η πολιτική κυβέρνηση του Σεχμπάζ Σαρίφ παρουσιάζεται αδύναμη και εξαρτημένη από τη στήριξη του στρατού. Η περίπτωση του πρώην πρωθυπουργού Ιμράν Χαν, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή από το 2023, δείχνει τα όρια της πολιτικής αυτονομίας στο Πακιστάν.

Για το Ισραήλ, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν το Πακιστάν μπορεί να μεσολαβήσει ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος ελέγχει το Πακιστάν, ποιες είναι οι στρατηγικές του προτεραιότητες και αν η ενίσχυση του ρόλου του εξυπηρετεί ή απειλεί τη δυτική και ισραηλινή ασφάλεια.

Το συμπέρασμα της ισραηλινής ανάλυσης είναι σαφές: η διπλωματική αναβάθμιση του Πακιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αφελώς. Πρόκειται για πυρηνική μουσουλμανική δύναμη, με βαθειά αντιισραηλινά αντανακλαστικά, στενές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία, ανάγκη ισορροπίας με το Ιράν και στρατό που καθορίζει την πραγματική πολιτική της χώρας.

Η Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με το δημοσίευμα, οφείλει να παρακολουθεί στενά τις κινήσεις του Ισλαμαμπάντ και να εξηγήσει στην Ουάσινγκτον ότι η ενδυνάμωση του Πακιστάν ως περιφερειακού μεσολαβητή δεν είναι απλώς ακόμη μία διπλωματική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα στρατηγικής ασφαλείας.

Το πρωτότυπο άρθρο https://geopolitico.gr/2026/05/giati-theloun-katargisi-tou-veto-stin-ee/ ανήκει στο Πολιτική – Geopolitico .