Ένα νέο κεφάλαιο, πολιτικό ή επιχειρηματικό, φαίνεται πως ανοίγει στην Αλβανία για τον Έρικ Άνταμς, τον πρώην δήμαρχο της Νέας Υόρκης, το όνομα του οποίου είχε συνδεθεί τα προηγούμενα χρόνια με ένα βαρύ σκάνδαλο διαφθοράς και με καταγγελίες για δώρα και διευκολύνσεις από τουρκικούς κύκλους. Το δημοσίευμα του Γιώργου Σκαφιδά στην «Καθημερινή» παρουσιάζει την εντυπωσιακή μετατόπιση του Άνταμς από τη Νέα Υόρκη στα Τίρανα, όπου πλέον εμφανίζεται όχι απλώς ως επισκέπτης, αλλά ως νέος Αλβανός πολίτης, με ταυτότητα, διαβατήριο και κατοικία στην αλβανική πρωτεύουσα.
Η εικόνα είχε έντονο συμβολισμό. Ο Άνταμς εμφανίστηκε στην τέταρτη Σύνοδο της Αλβανικής Διασποράς στα Τίρανα, μπροστά στην αλβανική σημαία, φορώντας το πλις, το παραδοσιακό αλβανικό καπέλο. Ο Έντι Ράμα τού παρέδωσε αλβανικό διαβατήριο και ταυτότητα, με τον πρώην δήμαρχο της Νέας Υόρκης να δηλώνει ότι του αρέσει να είναι Αμερικανός, αλλά πλέον, χάρη στον Αλβανό πρωθυπουργό, είναι και Αλβανός. Η τελετή έγινε στο πλαίσιο της Συνόδου της Διασποράς, όπου η αλβανική κυβέρνηση επιχείρησε να προβάλει το αφήγημα μιας χώρας ανοιχτής στη διεθνή επιρροή και στις σχέσεις με την ομογένεια.
Η υπόθεση, όμως, δεν είναι απλώς γραφική. Ο Άνταμς δεν είναι ένας τυχαίος Αμερικανός πολιτικός που αποφάσισε να αποκτήσει δεύτερη υπηκοότητα. Υπήρξε δήμαρχος της Νέας Υόρκης από το 2022 έως το 2025, προηγουμένως πρόεδρος του Μπρούκλιν και παλαιότερα αξιωματικός της αστυνομίας της Νέας Υόρκης. Η πολιτική του διαδρομή είχε έντονο προσωπικό στίγμα, αλλά και βαριές σκιές, κυρίως λόγω της ομοσπονδιακής υπόθεσης διαφθοράς που ξέσπασε γύρω από τις σχέσεις του με τουρκικούς παράγοντες.
Το σκάνδαλο είχε αρχίσει να παίρνει διαστάσεις τον Νοέμβριο του 2023, όταν πράκτορες του FBI πραγματοποίησαν έρευνα στην κατοικία της Μπριάνα Σαγκς, πρώην συνεργάτιδας του Άνταμς που είχε εμπλακεί στη συγκέντρωση δωρεών για την προεκλογική του εκστρατεία. Στη συνέχεια, οι αμερικανικές έρευνες εστίασαν σε πιθανές παράνομες δωρεές, ταξιδιωτικές παροχές και πολυτελείς διευκολύνσεις από πρόσωπα που συνδέονταν με την Τουρκία.
Τον Σεπτέμβριο του 2024, ο Άνταμς βρέθηκε αντιμέτωπος με ομοσπονδιακές κατηγορίες για δωροδοκία, απάτη, συνωμοσία και παράνομες προεκλογικές δωρεές από αλλοδαπούς. Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ανακοίνωσε τότε ότι το κατηγορητήριο τον εμφάνιζε να έχει καταχραστεί την εξουσία και τη θέση του για σχεδόν μία δεκαετία, αποκομίζοντας προσωπικά οφέλη και παράνομες εισφορές από ξένους υπηκόους.
Στην καρδιά της υπόθεσης βρισκόταν η Τουρκία. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Άνταμς φερόταν να είχε λάβει δωρεάν ή φθηνά πολυτελή ταξίδια, φιλοξενία σε ακριβά ξενοδοχεία και άλλες παροχές από Τούρκους αξιωματούχους ή παράγοντες που επιδίωκαν επιρροή. Οι εισαγγελείς υποστήριζαν ότι, ως αντάλλαγμα, πίεσε αξιωματούχους της Πυροσβεστικής της Νέας Υόρκης ώστε να επιταχυνθεί η άδεια λειτουργίας του Turkevi Center, του ουρανοξύστη στο Μανχάταν όπου στεγάζονται το τουρκικό προξενείο και διπλωματικές υπηρεσίες της Άγκυρας κοντά στον ΟΗΕ.
Ο ίδιος ο Άνταμς δήλωνε αθώος. Τον Σεπτέμβριο του 2024 δήλωσε μη ένοχος ενώπιον δικαστηρίου, ενώ αργότερα υποστήριξε ότι η υπόθεση εναντίον του ήταν πολιτικά υποκινούμενη. Η δίκη του είχε προγραμματιστεί για τον Απρίλιο του 2025, αλλά δεν έγινε ποτέ.
Η στροφή ήρθε με τη διοίκηση Τραμπ. Τον Φεβρουάριο του 2025, το υπουργείο Δικαιοσύνης έδωσε εντολή στους ομοσπονδιακούς εισαγγελείς στη Νέα Υόρκη να αποσύρουν τις κατηγορίες εναντίον του Άνταμς, επικαλούμενο μεταξύ άλλων ότι η υπόθεση εμπόδιζε τη δυνατότητά του να συνεργαστεί με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση στην πολιτική για τη μετανάστευση. Η απόφαση προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις, ακόμη και παραιτήσεις εισαγγελέων.
Τελικά, τον Απρίλιο του 2025, ο ομοσπονδιακός δικαστής Ντέιλ Χο απέρριψε την υπόθεση με προκατάληψη, δηλαδή με τρόπο που δεν επιτρέπει την εκ νέου άσκηση των ίδιων κατηγοριών. Παρά την απόρριψη, ο δικαστής άσκησε σκληρή κριτική στο πολιτικό παρασκήνιο της υπόθεσης, γράφοντας ότι όλα έδιναν την εικόνα μιας ανταλλαγής: απόσυρση του κατηγορητηρίου με αντάλλαγμα παραχωρήσεις στη μεταναστευτική πολιτική.
Μέσα σε αυτό το βαρύ πλαίσιο, η νέα αλβανική σελίδα του Άνταμς αποκτά άλλο ενδιαφέρον. Ο πρώην δήμαρχος επισκέφθηκε την Αλβανία τον Οκτώβριο του 2025, όταν ακόμη βρισκόταν στο τέλος της θητείας του στη Νέα Υόρκη. Τότε συναντήθηκε με τον Έντι Ράμα και, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συζήτησε ζητήματα οικονομικής και τουριστικής συνεργασίας, ακόμη και την προοπτική απευθείας αεροπορικής σύνδεσης Νέας Υόρκης – Αλβανίας.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 2026, ο πρόεδρος της Αλβανίας Μπαϊράμ Μπεγκάι τού χορήγησε αλβανική υπηκοότητα με ειδικό διάταγμα. Σύμφωνα με το Associated Press, η υπηκοότητα δόθηκε κατόπιν αιτήματος του Άνταμς και παρουσιάστηκε από το περιβάλλον του ως συμβολική αναγνώριση των δεσμών του με την αλβανική κοινότητα της Νέας Υόρκης.
Το θέμα, βέβαια, προκάλεσε και σενάρια. Στα Τίρανα και σε διεθνή μέσα άρχισε να συζητείται αν ο Άνταμς αναζητεί απλώς νέο προσωπικό και επιχειρηματικό πεδίο ή αν υπάρχει ακόμη και πολιτική προοπτική στην Αλβανία. Ορισμένα δημοσιεύματα έφτασαν να συνδέσουν την παρουσία του με τη δημαρχία των Τιράνων, ειδικά από τη στιγμή που ο νυν δήμαρχος Εριόν Βελιάι βρίσκεται αντιμέτωπος με προβλήματα διαφθοράς. Άνθρωποι κοντά στον Άνταμς, πάντως, εμφανίζονται να απορρίπτουν αυτά τα σενάρια ως ανυπόστατα.
Το πολιτικό φόντο στην Αλβανία δεν είναι αθώο. Η κυβέρνηση Ράμα έχει ξεκινήσει τέταρτη θητεία, με βασικό στόχο την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έως το 2030, αλλά η χώρα εξακολουθεί να πιέζεται από ζητήματα διαφθοράς, οργανωμένου εγκλήματος και θεσμικής αξιοπιστίας. Το Reuters έχει επισημάνει ότι οι ευρωπαϊκές φιλοδοξίες των Τιράνων παραμένουν δεμένες με την ανάγκη βαθύτερων μεταρρυθμίσεων και αντιμετώπισης της διαφθοράς.
Γι’ αυτό και η υποδοχή του Άνταμς στην Αλβανία έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία, ο Ράμα εμφανίζεται να προσελκύει ένα διεθνές όνομα, έναν πρώην δήμαρχο της Νέας Υόρκης, δίνοντας μήνυμα εξωστρέφειας προς την αλβανική διασπορά και τις ΗΠΑ. Από την άλλη, η επιλογή αυτού του προσώπου, με τόσο πρόσφατο σκανδαλώδες παρελθόν, δημιουργεί ερωτήματα. Δεν μιλάμε για έναν καθαρό τεχνοκράτη ή έναν απόμαχο πολιτικό χωρίς βαλίτσες. Μιλάμε για έναν άνθρωπο που μόλις έναν χρόνο πριν βρισκόταν στο επίκεντρο μιας υπόθεσης με τουρκικά συμφέροντα, δώρα, άδειες, δωρεές και πολιτικές συναλλαγές.
Η υπόθεση έχει και ελληνικό ενδιαφέρον. Η Αλβανία είναι γειτονική χώρα, κρίσιμη για τα Βαλκάνια, με ανοιχτά ζητήματα στην περιοχή και με διαρκή ανάγκη θεσμικής σταθερότητας. Όταν ένα πρόσωπο όπως ο Άνταμς εμφανίζεται ξαφνικά στα Τίρανα με νέα υπηκοότητα, κατοικία και δημόσιες σχέσεις κορυφής, δεν πρόκειται απλώς για μια προσωπική ιστορία. Είναι κομμάτι μιας ευρύτερης εικόνας όπου πολιτική, επιχειρηματικά συμφέροντα, διασπορά και διεθνείς διασυνδέσεις μπλέκονται σε βαλκανικό έδαφος.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο γιατί ο Έρικ Άνταμς έγινε Αλβανός πολίτης. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι σκοπεύει να κάνει από εδώ και πέρα. Θα περιοριστεί σε έναν ρόλο άτυπου πρεσβευτή σχέσεων Νέας Υόρκης – Αλβανίας; Θα κινηθεί επιχειρηματικά; Θα αξιοποιηθεί πολιτικά από τον Έντι Ράμα ως διεθνές σύμβολο; Ή μήπως η νέα του ταυτότητα είναι απλώς η αρχή μιας πιο σύνθετης διαδρομής;
Προς το παρόν, το μόνο βέβαιο είναι ότι ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης αλλάζει σκηνικό. Από το Μπρούκλιν, το FBI, το Turkish House και τις δικαστικές αίθουσες του Μανχάταν, βρέθηκε στα Τίρανα με αλβανικό διαβατήριο και πλις στο κεφάλι. Και αυτό, όσο κι αν παρουσιάζεται με εορταστικό περιτύλιγμα, είναι μια ιστορία που μυρίζει περισσότερο πολιτική συναλλαγή και λιγότερο απλή φιλοφρόνηση.


