
Γράφει ο Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimtitissideris.wordpress.com
Πρωινός Λόγος, Τρίκαλα, 2 Ιουλίου 2026
Κάθε ύπαρξη, κάποτε γεννήθηκε, ωρίμασε, πέθανε. Μόνο οι ιδέες του Πλάτωνα είναι αγέννητες, αναλλοίωτες και αιώνιες. Και, μαζί μ΄ αυτές, ο Θεός που πιστεύομε. Ας κηρύσσει ο Νίτσε (Friedrich Nietzsche) πως «ο Θεός πέθανε». Πώς να πεθάνει, αφού ποτέ δεν γεννήθηκε;
Αλλά και οι ιδέες, όχι αυτές του Πλάτωνα, αλλά αυτές που δημιουργούνται μέσα μας περνώντας προηγουμένως από τις αισθήσεις μας, κι αυτές κάποτε γεννιόνται, ωριμάζουν, πεθαίνουν. Και στο μεταξύ ο κόσμος προχωρεί. Τα πάντα διαρκώς αλλάζουν. Τὰ πάντα ρεῖ, που λέει κι ο Ηράκλειτος. Σαν τους ταξιδιώτες του τρένου. Προχωρούν τον προδιαγεγραμμένο δρόμο τους πάνω στις ράγιες. Κάνει σταθμούς, άλλοι αποβιβάζονται, άλλοι επιβιβάζονται και το τρένο εξακολουθεί το δρόμο του, ερήμην των επιβατών του.
Σκέφτομαι τώρα – άκου σενάριο. Ήμουν νέος. Φέρελπις. Είχα σπουδαίες ιδέες για ένα καλύτερο κόσμο. Κι αγωνίστηκα γι΄ αυτόν. Σενάριο είπαμε, στην πραγματικότητα τίποτε δεν έκανα. Οι αγώνες μου ήταν έντιμοι, ανιδιοτελείς, θυσίασα πολλά γι΄ αυτούς, δεν γινόμουν δεκτός στην υπάρχουσα τάξη. Παντού έπρεπε να φέρνω πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης. Και πού να τα βρω, αφού εγώ αγωνιζόμουν για να αλλάξω τους νόμους; Αγωνίστηκα. Για την ελευθερία, για την ισότητα. Για την ισοπολιτεία, την ισονομία, την ισηγορία. Ισοπολιτεία δεν υπήρχε. Σημαντική μερίδα του λαού μας, του Ελληνικού, ήταν εκτός νόμου. Ισονομία δεν υπήρχε. Πολλοί δικάζονταν από στρατοδικεία αντί από τους νόμιμους δικαστές τους.
Παρανομίες γίνονταν από όλους. Και από εδώ, από εμάς που παλεύαμε να τ΄ αλλάξουμε όλα, και από τους αντιπάλους μας που αγωνίζονταν λυσσασμένα (έτσι θέλει το σενάριο) τίποτε να μην αλλάξει. Και στις σπάνιες περιπτώσεις που τα δικαστήρια ήταν κανονικά από αμερόληπτους δικαστές, η αστυνομία συνελάμβανε και οδηγούσε στο δικαστήριο κατηγορούμενους μόνο τους από εμάς παρανόμους. Κι έτσι οι αδέκαστοι δικαστές καταδίκαζαν μόνο δικούς μας, γίνονταν, άθελά τους προκατειλημμένοι κρίνοντας έντιμα τους προεπιλεγμένους. Κι όσο για ισηγορία, μην το συζητάμε. Αρκεί να έλεγες «οι μαθητές» αντί να πεις «οι μαθηταί», κι αυτό αρκούσε να σε κατατάξει στην κατηγορία των αναρχικών που θέλουν να φέρουν τα πάνω κάτω και αποκλειόσουν από κάθε δημόσια θέση. Κι ας είχε κυριαρχήσει στη λογοτεχνία απόλυτα η γλώσσα που μιλούσε ο λαός. Ακόμη κι εκείνοι που έγραφαν τα πάντα με την επίσημη γλώσσα των δημόσιων εγγράφων μιλούσαν με τη γλώσσα του λαού. Το χάσμα ανάμεσα στις συνήθειες του λαού, την ηθική του (φυσικό δίκαιο) και το επίσημο (γραπτό) δίκαιο, αυξανόταν διαρκώς.
Ώσπου ήλθε η κρίση. Έγινε ο εμφύλιος πόλεμος, έγινε η δικτατορία, έγινε η εθνική συμφορά στην Κύπρο. Και κάποια από τα αιτήματά μου δικαιώθηκαν. Σενάριο είπαμε.
Στο μεταξύ το τρένο προχωρεί, άλλοι βγαίνουν, άλλοι μπαίνουν. Κι εγώ νιώθω την ικανοποίηση πως ένα μικρό μέρος των αγώνων μου βγήκε σωστό. Και βολεύομαι καλύτερα στο κάθισμά μου στο βαγόνι μου. Επιτέλους νιώθω κάπως να επαναπαύομαι στις δάφνες μου. Και δεν θέλω πια τίποτε ν΄ αλλάξει. Χωρίς να το καταλάβω, οι ιδέες μου έκαναν τον κύκλο τους.
Είναι πια ετοιμοθάνατες. Πάλεψα, λέει το σενάριο, να απαλλαγούμε από τη μοναρχία. Και πετύχαμε. Και νάμαστε πια, σαν τους περισσότερους στην ΕΕ με μια ολιγαρχία. Που τη βαφτίσαμε δημοκρατία χωρίς να είναι. Σ΄ αυτήν όλος ο λαός αποφασίζει ποιους από μια σειρά προεπιλεγμένων από τις οικονομικές κυρίως τάξεις θέλομε να αποφασίζουν για τους νόμους που μας περιορίζουν. Και ποιος από τους προεπιλεγμένους θέλομε να αποφασίζει για τους επικεφαλής της δικαιοσύνης και θα ορίζει τον Ανώτατο Άρχοντα. Υπάρχουν βέβαια κάποιες πολύ σπάνιες φωνές που θυμούνται ότι στην αρχαιότητα οι πολίτες αποφάσιζαν άμεσα ή με κληρωμένους εκπροσώπους τους τους νόμους και τις αποφάσεις της πολιτείας. Αλλά, είπαμε, είναι πολύ σπάνιες. Κι εγώ, που τώρα έχω αράξει αναπαυτικά στο τρένο μου, αντιδρώ. Μα, επιτέλους, απαλλαχθήκαμε από την ελέω Θεού μοναρχία, τι άλλο γυρεύομε; Δεν ξέρομε πόσο επικίνδυνο είναι αυτό; Θέλομε και Τρίτη τραγωδία, μετά τη Μικρασιατική και την Κυπριακή; Και αντιδρώ σε τέτοιες ενοχλητικές ιδέες. Οι άλλοι, που αντιδρούν στις αλλαγές, επικαλούνται πως αυτή είναι η παράδοσή μας, δεν πρέπει πια να την απαρνηθούμε. Και λένε κάποιοι πως πρέπει όχι μόνο να μιλάμε, αλλά και να γράφουμε όπως οι πρόγονοί μας, που είχαν φωνητική γραφή. Κι εδώ είναι που εγώ, που παλιά ήθελα να φέρω τα πάνω κάτω, τώρα κρατώντας πια ένα μπαστούνι στο χέρι μου, αντιδρώ, λέει πάντα το σενάριο. Όπως «οι μαθητές» που σήμαιναν πώς όποιος το έλεγε εντασσόταν στην τάξη των επαναστατών, όπως ήταν οι κομμουνιστές, έτσι όποιος υποστηρίζει τώρα τη φωνητική γραφή, εντάσσεται στους κακούς που θέλουν να μας παρασύρουν έξω από την παράδοσή μας. Αυτή η παράδοση πάνω από 2 χιλιετίες συνεχίζει να γράφει όπως μιλούσαν οι τότε πρόγονοι και τώρα συνεχίζει, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ γλώσσας και γραφής. Κι όμως οι «προοδευτικοί» οι κομμουνιστές δηλαδή που θεωρούσαν τους εαυτούς τους προοδευτικούς, τότε, στις αρχές τους, εξέδιδαν εφημερίδες σε φωνητική γραφή προορισμένες να διαβάζονται από τους Έλληνες που ζούσαν στον τότε θεωρούμενο απ΄ αυτούς παράδεισο.
Αλλά και οι νυν κομμουνιστές, που εξακολουθούν να αυτοπροσδιορίζονται ως «προοδευτικοί» και «δημοκράτες», έχουν κολλήσει στις αρχές που πίστευαν όσο ήταν νέοι και αγωνίζονταν για να καταργηθεί η τότε απαράδεκτη κατάσταση. Και καλοκαθισμένοι στα αναπαυτικά καθίσματά τους δεν συνειδητοποιούν ότι το τρένο προχωρεί, η ζωή προχωρεί. Το όνειρο είναι πια σήμερα ισηγορία με φωνητική γραφή. Και είναι δημοκρατία όπως την ορίζει ο Αριστοτέλης (Λέγω δ΄ οἷον δοκεῖ δημοκρατικὸν μὲν εἶναι τὸ κληρωτὰς εἶναι τὰς ἀρχὰς, τὸ δ΄ αἱρετὰς ὀλιγαρχικὸν) όταν ο λαός αποφασίζει άμεσα (εκκλησία του δήμου, δημοψήφισμαꞏ κλήρωση βουλευτών και ποινικών δικαστών) για τους νόμους του. Και όμως δεν περιλαμβάνεται στους στόχους ή στα όνειρα των σημερινών πρώην προοδευτικών.
Οι παλιοί «προοδευτικοί» επικαλούνται τους αγώνες τους και τις θυσίες που έκαναν για να γυρίσει ο ήλιος που θέλει δουλειά πολλή. Ναι, μα τώρα οι ιδέες τους, οι τότε τόσο προωθημένες, έχουν πια πεθάνει ή είναι ετοιμοθάνατες. Και το τρένο προχωρεί. Κι η ζωή προχωρεί. Και απαιτεί πάντα – αυτό δεν αλλάζει – ό,τι αποκρυσταλλώνει την εκάστοτε παρούσα κατάσταση να προσαρμόζεται συνεχώς στη διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Κι εγώ του σεναρίου, ο πρώην προοδευτικός, πρέπει να το πάρω απόφαση. Οι τότε προχωρημένες ιδέες μου έχουν πια ξεπεραστεί. Κι εγώ καθηλωμένος σ΄ εκείνες, είμαι πια το πρότυπο του συντηρητισμού όχι της προόδου.



