Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Μαυρίδης προς ΕΕ: Στρατιωτική επιχείρηση για την θαλάσσια ασφάλεια στην Ανατ. Μεσόγειο

Γράφει ο Ακαδημαϊκός και Καθηγητής DDDr. Dr.Habil. Παναγόπουλος Π. Αλέξιος 

Ο οικουμενισμός, όπως τον αντιμετώπισε εκκλησιολογικά ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα νομοκανονικά εκκλησιολογικά ζητήματα της σύγχρονης εποχής. Η κριτική του δεν στρέφεται εναντίον της ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων ούτε της ανάγκης για διεθνή διάλογο μεταξύ διαφορετικών χριστιανικών κοινοτήτων. Εστιάζει στον κίνδυνο να υποβαθμιστεί η Ορθή Πίστη στο όνομα μιας διεθνούς γεωπολιτικής και ψεύδους εξωτερικής ενότητας, η οποία επιδιώκεται χωρίς τη προηγούμενη δογματική συμφωνία.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζεται υπό το πρίσμα της γεωπολιτικής. Στον σύγχρονο διεθνή χώρο, οι θρησκευτικές σχέσεις δεν περιορίζονται πάντοτε στο πεδίο της πνευματικότητας, αλλά μπορούν να επηρεάζουν τη διεθνή διπλωματία, τις διεθνείς συμμαχίες και τις πολιτισμικές ισορροπίες. Οι διεθνείς εκκλησιαστικές προσεγγίσεις, οι κοινές θρησκευτικές εκδηλώσεις και οι διαθρησκευτικοί διάλογοι ενδέχεται να αποκτούν συμβολική σημασία που ενίοτε μπορεί να υπερβαίνει τις αρχικές προθέσεις και των συμμετεχόντων.  Γι’ αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε η γεωπολιτική σκοπιμότητα να μην υποκαθιστά τα Ορθόδοξα θεολογικά κριτήρια και η Ορθή Πίστη να μην αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο σε διεθνείς στρατηγικές επιδιώξεις π.χ. για την ειρήνη στον κόσμο.

Στο πλαίσιο αυτό, οι αντικανονικές κοινές προσευχές και οι δημόσιες θρησκευτικές εκδηλώσεις με τη συμμετοχή εκπροσώπων διαφορετικών ομολογιών εγείρουν ουσιαστικά νομοκανονικά και θεολογικά ερωτήματα. Όταν τέτοιες διεθνείς εκδηλώσεις παρουσιάζονται ως σύμβολα χριστιανικής ενότητας, χωρίς να διευκρινίζονται οι νομοκανονικές δογματικές διαφορές που εξακολουθούν να χωρίζουν τις Χριστιανικές Ομολογίες και Εκκλησίες, δημιουργείται ο κίνδυνος να συγχέεται η επιθυμία για την αληθινή ενότητα, με την ήδη κοινωνική επιτευχθείσα εκκλησιαστική κοινωνία.

Για τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας οργανισμός που οικοδομεί την ενότητά του με διπλωματικές συνεννοήσεις ή με την εξομοίωση διαφορετικών δογματικών αντιλήψεων. Η ενότητα της Εκκλησίας θεμελιώνεται στην αλήθεια της αποκαλυφθείσας πίστεως. Ειδικότερα στον τρίτο Τόμο της Δογματικής του, ως της αληθινής φιλοσοφίας στον κόσμο και για τον κόσμο, αναλύει ότι ο Οικουμενισμός είναι Αίρεση και φέρνει τον άνθρωπο της ανομίας δηλαδή τον Αντίχριστο, που θα θελήσει να βασιλεύσει στον κόσμο ως πλάνος συνολικά επτά έτη. Τριάμισι ως δήθεν καλός και τριάμισι ως διώκτης των αληθινών χριστιανών που δεν θα τον προσκυνήσουν. Η ένδοξη Δεύτερη έλευση του Θεανθρώπου Χριστού θα τον εξουδετερώσει.

Επομένως, όταν ο οικουμενισμός εκλαμβάνεται ως αποδοχή μιας ενότητας ανεξάρτητα από τη δογματική συμφωνία, μετατρέπεται, σύμφωνα με τη νομοκανονική και θεολογική κριτική του, σε σοβαρή εκκλησιολογική παρέκκλιση. Η ιστορική ορθόδοξη παράδοση προσφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα υπεράσπισης αυτής της αξίας και αρχής. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αρνήθηκε στους πολιτικούς και στρατιωτικούς και θρησκευτικούς να υπογράψει την Ένωση της Φλωρεντίας, επειδή θεωρούσε ότι η αληθινή εκκλησιαστική ενότητα δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με παραχωρήσεις σε ζητήματα ορθής πίστεως. Η στάση του υπενθυμίζει σε όλους μας σήμερα, ότι ο διεθνής διάλογος δεν αποτελεί αυτοσκοπό και ότι η αγαπολογική επιδίωξη της δήθεν συμφιλίωσης δεν δικαιολογεί την αποσιώπηση ουσιωδών νομοκανονικών θεολογικών διαφορών.

Στην ευρύτερη νομοκανονική παράδοση της ορθόδοξης θεολογικής αντιπαράθεσης προς τις δογματικές αποκλίσεις εντάσσονται ο Μέγας Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, ο Γεννάδιος ο Σχολάριος, ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως και ο μαθητής του ο Άγιος Γερβάσιος Παρασκευόπουλος τών Πατρών (μαθήτευσε κι ο γράφων, στην κατηχητική σχολή του, επι της Παπαφλέσσα, 1981-1984), κ.α. Καθένας τους αντιμετώπισε τα νομοκανονικά θεολογικά ζητήματα της εποχής του υπό διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, αναδεικνύοντας τη σημασία της ορθόδοξης δογματικής συνέπειας και της διαφύλαξης της εκκλησιαστικής νομοκανονικής παραδόσεως.

Οι διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού και Αγγλικαν ισμου και Ευαγγελικών κτλ, εξακολουθούν να αφορούν θεμελιώδη νομοκανονικά ζητήματα. Το Filioque και η διδασκαλία περί του παπικού αλαθήτου, κτλ., παραμένουν. Η πραγματικότητα αυτή καθιστά αναγκαία την ουσιαστική νομοκανονική θεολογική εξέταση των διαφορών, αντί της δημιουργίας εντυπώσεων, ότι δήθεν η πνευματική ενότητα έχει ήδη επιτευχθεί μέσω συμβολικών χειρονομιών ή κοινών θρησκευτικών εκδηλώσεων. Συμβολισμοί, χειρονομίες, αγαπολογίες και υποκριτική τέχνη, τεχνικές που ανήκουν στη σφαίρα της γεωπολιτικής διπλωματίας κι όχι στο Κανονικό Δίκαιο.

Το κρίσιμο ζήτημα των γενικών συμπροσευχών με ετεροδόξους δεν μπορεί, συνεπώς, να περιορίζεται σε μια συζήτηση περί ευγενικών, κοινωνικών ή καλών προθέσεων. Αφορά το νομοκανονικό εκκλησιολογικό νόημα της κοινής προσευχής, τη δημόσια μαρτυρία της Ορθοδοξίας και τα όρια που θέτει η εκκλησιαστική παράδοση. Η αγάπη και ευγένεια προς τους ανθρώπους των διαφορετικών κοινωνικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων αποτελεί αυτονόητη χριστιανική υποχρέωση. Δεν συνεπάγεται, όμως, αυτομάτως και την ορθόδοξη δογματική συμφωνία, ούτε καταργεί τις εκκλησιαστικές διακρίσεις του Κανονικού Δικαίου.

Παράλληλα, η γεωπολιτική διάσταση του θρησκευτικού διαλόγου απαιτεί νηφαλιότητα και κριτική εγρήγορση. Η θρησκευτική διπλωματία μπορεί να συμβάλει στην ειρήνη του κόσμου και των λαών και στη διεθνή συνεννόηση των λαών, αλλά μπορεί επίσης και να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση διεθνών επιρροών και την προβολή συγκεκριμένων γεωστρατηγικών επιλογών, για το κοινό καλό του ανθρώπου.

Η διάκριση μεταξύ θεμιτής διπλωματικής συνεργασίας και θρησκευτικού θεολογικού συμβιβασμού είναι, επομένως, απαραίτητη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να συμβάλλει στην ειρήνη του κόσμου χωρίς να σχετικοποιεί την Ορθή Πίστη και μπορεί να συμμετέχει στον διεθνή διάλογο χωρίς να μετατρέπει τη δογματική αλήθεια, σε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης.

Χρειάζεται, επομένως, να διακρίνουμε τον νομοκανονικό θεολογικό διάλογο, ο οποίος αποσκοπεί στην αμοιβαία κατανόηση και στην αναζήτηση της αλήθειας της πίστης, από τις διεθνείς πρακτικές που μπορούν να δημιουργήσουν την ψευδή εντύπωση μιας ήδη αποκατεστημένης εκκλησιαστικής ενότητας. Η δημόσια επανάληψη κοινών θρησκευτικών εκδηλώσεων, χωρίς σαφή ενημέρωση για τις δογματικές προϋποθέσεις της ενότητας, μπορεί σταδιακά να εξοικειώσει τον απλό λαό και τους πιστούς, με την ιδέα ότι οι νομοκανονικές διαφορές της αληθινής πίστεως αποτελούν δευτερεύον ζήτημα.

Αυτό το φαινόμενο μπορεί να περιγραφεί ως ένας παραπλανημένος «λαϊκός οικουμενισμός». Η σταδιακή διαμόρφωση μιας συγκεχυμένης και αμβλυμενης συνείδησης της θρησκευτικής ενότητας, μέσα από συμβολικές πρακτικές, χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία νομοκανονική δογματική συμφωνία. Με αυτόν τον τρόπο, η εικόνα της ψευδούς ενότητας, κινδυνεύει να προηγηθεί της ίδιας της νομοκανονικής εκκλησιαστικής πραγματικότητας ως ορίζει το Κανονικό Δίκαιο.

Η Ορθόδοξη και πανεπιστημιακή κριτική του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς υπενθυμίζει ότι η Ορθή Πίστη δεν μπορεί να υποτάσσεται σε επικοινωνιακές σκοπιμότητες, σε γεωπολιτικές επιδιώξεις ή σε μια αντίληψη ενότητας που παρακάμπτει τα νομοκανονικά δογματικά ζητήματα. Ο διεθνής διάλογος χρειάζεται ειλικρίνεια, γνώση της παραδόσεως και σαφή προσδιορισμό των αληθινών διαφορών. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί από μέσο αναζήτησης της αλήθειας, σε διπλωματικό μηχανισμό σταδιακής εξοικείωσης με τη δογματική και εκκλησιολογική σχετικοποίηση και άμβλυνση των ιερών κανόνων.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να διατηρεί διεθνως ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλους τους ανθρώπους, χωρίς να συγχέει την ευγενική ανθρώπινη κοινωνική συνεννόηση, με την νομοκανονική εκκλησιαστική κοινωνία. Η ειρήνη στο κόσμο, ο αλληλοσεβασμός και η συνεργασία για το κοινό καλό είναι ανθρώπινοι κοινοί θεμιτοί και αναγκαίοι στόχοι. Η ενότητα, όμως, της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την κοινή ομολογία της πίστεως, ούτε να καθορίζεται από τις εκάστοτε διεθνείς γεωπολιτικές ισορροπίες μέσα στο κόσμο.

Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι χριστιανοί οφείλουν να αγαπούν ο ένας τον άλλον ή εάν οφείλουν να επιδιώκουν την ειρήνη, που αποτελεί Ευαγγελική εντολή. Το κυρίαρχο σημείο είναι αν οι διεθνείς εκκλησιαστικές πρακτικές, που προβάλλονται δημόσια, παραμένουν συνεπείς προς την Ορθόδοξη Πίστη ως ορίζει το Κανονικό Δίκαιο και αν η διεθνής θρησκευτική διπλωματία υπηρετεί την αληθινή ειρήνη, χωρίς να αλλοιώνει την εκκλησιολογική νομοκανονική συνείδηση.

Αυτή είναι και η ουσία της κριτικής του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς: η αληθινή αγάπη δεν απαιτεί την παραίτηση από την ομολογία της πίστεως και ο διεθνής διάλογος δεν δικαιολογεί την αλλοίωση μέσω της αγαπολογίας, της νομοκανονικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως. Η ενότητα χωρίς την αλήθεια, κινδυνεύει να παραμείνει, μια ψευδής εξωτερική εικόνα. Κάτι που θα ευνοήσει την έλευση του Αντιχρίστου ως κυρίαρχου της κοσμικής νέας θρησκείας του, κατά τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς. Η αληθινή εκκλησιαστική ενότητα προϋποθέτει την Ορθή Πίστη, τη δογματική συνέπεια και τη πιστότητα στην Ιερά Παράδοση ως μας διδάσκει το Κανονικό Δίκαιο, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε γεωπολιτικές επιδιώξεις των διαφόρων Ελίτ και των εκάστοτε πολιτικών προσώπων. Πρόταση, μήπως σήμερα είναι απαραίτητο οι Πολιτικοί, οι Ορθόδοξοι κληρικοί και οι εμπλεκόμενοι αξιωματούχοι με τη Δημόσια Διοίκηση και τη Διπλωματία, να λάβουν  νέα επιμόρφωση σε ταχύρυθμα σεμινάρια Κανονικού Δικαίου;

Το πρωτότυπο άρθρο https://geopolitico.gr/2026/10/mavridis-pros-ee-stratiotiki-epicheirisi-gia-tin-thalassia-asfaleia-stin-anat-mesogeio/ ανήκει στο Πολιτική – Geopolitico .
‹ ›