Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Μαυρίδης: Ο Ερντογάν προστάτης των φονιάδων «Χαμάς» και «Αδελφών Μουσουλμάνων»

Σε μια εκτενή ανάλυση με τίτλο «Τριμερής αρχιτεκτονική (αν)ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο: Η αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ελληνοκυπριακής Διοίκησης–Ισραήλ και οι στρατηγικές συνέπειες για την Τουρκία», το τουρκικό Ίδρυμα Πολιτικών, Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (SETA

Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται το ελληνικό πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα», το οποίο η SETA συνδέει άμεσα με την προσπάθεια ανατροπής των υφιστάμενων αεροπορικών ισορροπιών.

Ο Ασλάν αναφέρεται σε συμφωνία ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, της 31ης Αυγούστου 2026, για την απόκτηση ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας.

Σύμφωνα με τη μελέτη, στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται τα David’s Sling, Barak MX, Spyder και Drone Dome.

Η τουρκική εκτίμηση είναι ότι η συνδυασμένη λειτουργία των συγκεκριμένων συστημάτων θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο πλέγμα αεράμυνας, δυσχεραίνοντας τις επιχειρήσεις της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Η SETA χρησιμοποιεί τη στρατιωτική έννοια A2/AD, δηλαδή Άρνηση Πρόσβασης και Περιοχής, για να περιγράψει τις δυνατότητες που θα μπορούσε να αποκτήσει η Ελλάδα.

Η λογική ενός τέτοιου συστήματος βασίζεται στη δημιουργία επικαλυπτόμενων ζωνών εντοπισμού και εμπλοκής εχθρικών στόχων.

Για την Άγκυρα, το ενδεχόμενο αυτό σημαίνει ότι η ελληνική αεράμυνα θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής αεροπορικής επιχείρησης.

Πάντως, η δημιουργία αποτελεσματικού δικτύου A2/AD δεν καθιστά αυτομάτως έναν εναέριο χώρο απροσπέλαστο. Η πραγματική αποτελεσματικότητα εξαρτάται από την ολοκλήρωση των συστημάτων, τις δυνατότητες διοίκησης και ελέγχου και την ανθεκτικότητά τους σε πολεμικές συνθήκες.

PULS: Τα 300 χιλιόμετρα που ανησυχούν την Άγκυρα

Ξεχωριστή θέση στη μελέτη καταλαμβάνει η προμήθεια 36 πολλαπλών εκτοξευτών πυραύλων PULS της ισραηλινής Elbit Systems.

Το συγκεκριμένο σύστημα μπορεί να χρησιμοποιήσει διαφορετικού τύπου πυρομαχικά, με ορισμένες εκδόσεις να διαθέτουν βεληνεκές που φθάνει τα 300 χιλιόμετρα.

Η SETA εκφράζει την ανησυχία ότι ενδεχόμενη ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου θα μπορούσε να θέσει εντός εμβέλειας στόχους σε σημαντικό βάθος στη δυτική Ανατολία.

Πρόκειται για ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σημεία της τουρκικής ανάλυσης: η Άγκυρα δεν εξετάζει μόνο τον συνολικό αριθμό των ελληνικών εξοπλιστικών συστημάτων, αλλά και τις γεωγραφικές δυνατότητες που θα μπορούσε να προσφέρει η ανάπτυξή τους.

Ο Ασλάν συνδέει το ζήτημα με τις τουρκικές θέσεις περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, επικαλούμενος τις Συνθήκες της Λωζάνης του 1923 και των Παρισίων του 1947.

Ωστόσο, η Ελλάδα απορρίπτει την τουρκική ερμηνεία περί γενικής απαγόρευσης αμυντικής θωράκισης των νησιών και επικαλείται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα νόμιμης άμυνας σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Επιπλέον, η SETA αναφέρεται σε ενδεχόμενη ανάπτυξη των PULS στα νησιά. Δεν τεκμηριώνει ότι έχει ήδη ληφθεί ή υλοποιηθεί τέτοια συγκεκριμένη απόφαση.

Κύπρος: Το Barak MX και η επιτήρηση των τουρκικών δυνάμεων

Η ανάπτυξη του ισραηλινού συστήματος Barak MX στην Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί, σύμφωνα με την τουρκική ανάλυση, μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη.

Η SETA επισημαίνει ότι το σύστημα διαθέτει δυνατότητες αεράμυνας σε αποστάσεις που μπορούν να φθάσουν περίπου τα 150 χιλιόμετρα, ανάλογα με την έκδοση του πυραύλου.

Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η εμβέλεια των πυραύλων αλλά και η λειτουργία των ραντάρ και αισθητήρων του συστήματος.

Η τουρκική μελέτη υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση του Barak MX διευρύνει τη δυνατότητα επιτήρησης προς τα νότια παράλια της Τουρκίας και τον εναέριο χώρο των κατεχομένων.

Επιπλέον, διατυπώνει την εκτίμηση ότι η διασύνδεση των συστημάτων θα μπορούσε να επιτρέψει στο Ισραήλ να αποκτά πληροφορίες για κινήσεις των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Η τελευταία αυτή εκτίμηση δεν συνοδεύεται από δημόσια τεκμηρίωση ότι υφίσταται ήδη συγκεκριμένος μηχανισμός μεταβίβασης δεδομένων σε πραγματικό χρόνο.

Σημαντική είναι και η αναφορά της SETA στην απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας να προμηθευτεί τέσσερα ελληνικά συστήματα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών «Κένταυρος».

Για τον Ασλάν, οι συγκεκριμένες κινήσεις αποδεικνύουν ότι η στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ αποκτά πλέον πολυεπίπεδο χαρακτήρα.

Κοινή στρατιωτική δύναμη 2.500 ανδρών: Το σενάριο που εξετάζει η SETA

Ένα ακόμη ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο της ανάλυσης αφορά τη δυνατότητα συγκρότησης κοινής δύναμης ταχείας αντίδρασης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.

Ο Ασλάν αναφέρεται σε συζητήσεις για τη δημιουργία σχηματισμού επιπέδου ταξιαρχίας, περίπου 2.500 στρατιωτών, ο οποίος θα μπορούσε να ενεργοποιείται σε περιόδους κρίσης.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η συγκεκριμένη δύναμη δεν θα ήταν απαραίτητα μόνιμα αναπτυγμένη, αλλά θα αποτελούσε μηχανισμό ταχείας στρατιωτικής κινητοποίησης.

Η SETA συνδέει τις σχετικές πληροφορίες με την εντατικοποίηση της στρατιωτικής συνεργασίας και τις αναφορές για αξιοποίηση κυπριακών εγκαταστάσεων από την ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία.

Επισημαίνει, επίσης, ότι έχουν υπάρξει συζητήσεις σχετικές με τα F-35 και την ανταλλαγή στρατιωτικής εμπειρίας.

Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι η ανάλυση παρουσιάζει τη δύναμη των 2.500 ανδρών ως αντικείμενο συζητήσεων και όχι ως ήδη συγκροτημένο στρατιωτικό σχηματισμό.

Δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια οριστική τριμερής συμφωνία που να καθορίζει τη σύνθεση, τη διοίκηση και τους κανόνες εμπλοκής μιας τέτοιας δύναμης.

Ισραηλινές απόψεις για στρατιωτική επιχείρηση στην κατεχόμενη Κύπρο

Ιδιαίτερη ανησυχία αποτυπώνεται στη μελέτη για τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί από μεμονωμένους Ισραηλινούς αναλυτές σχετικά με το ενδεχόμενο στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Κύπρο.

Ο Ασλάν αναφέρεται ειδικά στον Shay Gal, πρώην στέλεχος της Israel Aerospace Industries, ο οποίος έχει υποστηρίξει την ανάγκη εξέτασης συντονισμένων στρατιωτικών επιλογών που θα αφορούσαν το βόρειο τμήμα της Κύπρου.

Ο ίδιος ο συντάκτης της SETA αναγνωρίζει ότι οι συγκεκριμένες απόψεις δεν αποτελούν επίσημη πολιτική του Ισραήλ.

Ωστόσο, εκτιμά ότι η δημόσια διατύπωσή τους, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη στρατιωτική συνεργασία των τριών χωρών, ενισχύει την αίσθηση απειλής στην Άγκυρα.

Η συγκεκριμένη αναφορά είναι αποκαλυπτική για το εύρος των σεναρίων που απασχολούν τουρκικούς κύκλους ασφαλείας, χωρίς να αποτελεί απόδειξη ύπαρξης επιχειρησιακού σχεδίου επίθεσης.

Η άσκηση του Σεπτεμβρίου, οι NAVTEX και το «Denizkurdu»

Η SETA επιχειρεί να συνδέσει τις διπλωματικές και εξοπλιστικές εξελίξεις με συγκεκριμένες στρατιωτικές δραστηριότητες του Σεπτεμβρίου 2026.

Αναφέρεται σε κοινή ναυτική άσκηση της 17ης Σεπτεμβρίου, στην οποία, σύμφωνα με τη μελέτη, συμμετείχαν δύο ισραηλινά πολεμικά σκάφη και δύο ελληνικές φρεγάτες.

Παράλληλα, καταγράφει τη διεξαγωγή της πολυεθνικής άσκησης MEDUSA-15, υπό ελληνική και αιγυπτιακή πρωτοβουλία.

Η τουρκική ανάλυση αναφέρεται ακόμη στις αντιπαραθέσεις γύρω από τις NAVTEX για επιστημονικές έρευνες του τουρκικού σκάφους TÜBİTAK Marmara στην περιοχή του Καστελλόριζου, κατά το διάστημα 1–15 Σεπτεμβρίου.

Ως τουρκική στρατιωτική απάντηση παρουσιάζει την άσκηση Denizkurdu-I/2026, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 20 έως τις 25 Σεπτεμβρίου σε Μαύρη Θάλασσα, Θάλασσα του Μαρμαρά, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

Για τη SETA, η χρονική εγγύτητα των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων αποτελεί ένδειξη ενίσχυσης του στρατιωτικού ανταγωνισμού στην περιοχή.

Great Sea Interconnector: Ο φόβος του αποκλεισμού από την Ανατολική Μεσόγειο

Η ανάλυση επεκτείνεται και στον γεωοικονομικό ανταγωνισμό, με ιδιαίτερη αναφορά στο Great Sea Interconnector.

Ο Ασλάν υποστηρίζει ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού που θα μπορούσε να περιορίσει τον γεωπολιτικό χώρο της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στον φόβο της Άγκυρας ότι οι ελληνικές θέσεις για το Καστελλόριζο και η ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών θα οδηγήσουν στον περιορισμό των τουρκικών θαλάσσιων διεκδικήσεων προς τον Κόλπο της Αττάλειας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η SETA παρουσιάζει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 ως εργαλείο εξισορρόπησης της ελληνικής και κυπριακής στρατηγικής.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτυπώνει την τουρκική θέση. Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία αμφισβητούν τη νομιμότητα και τις συνέπειες του τουρκολιβυκού μνημονίου, ενώ υποστηρίζουν ότι τα έργα ενεργειακής διασύνδεσης υλοποιούνται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η SETA δεν αντιμετωπίζει το GSI ως ένα μεμονωμένο ενεργειακό έργο.

Αντίθετα, το εντάσσει στην ευρύτερη στρατηγική συνεργασία των τριών χωρών, συνδέοντάς το με τις αμερικανικές πρωτοβουλίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC).

Η εκτίμηση αυτή εξηγεί γιατί η Άγκυρα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαδρομή του καλωδίου και στις διαδικασίες πραγματοποίησης των ερευνών.

Η Ουάσιγκτον, τα F-35 και η πίεση στο ΝΑΤΟ

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ανάλυσης αφορά τη σύνδεση της τριμερούς συνεργασίας με την αμερικανική στρατηγική.

Η SETA εκτιμά ότι ο συντονισμός Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ μπορεί να ενισχύσει τη διπλωματική πίεση προς την Ουάσιγκτον για ζητήματα που αφορούν την Τουρκία.

Ο Ασλάν αναφέρεται ειδικά στις προηγούμενες παρεμβάσεις οργανώσεων και ομάδων πίεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με τους S-400 και την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35.

Κατά την εκτίμησή του, η περαιτέρω εμβάθυνση της τριμερούς συνεργασίας θα μπορούσε να περιορίσει την πρόσβαση της Τουρκίας σε αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά στην εσωτερική συνοχή του ΝΑΤΟ.

Ο ερευνητής υποστηρίζει ότι η δημιουργία ενός αποτρεπτικού σχήματος από ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, με τη συμμετοχή χώρας εκτός Συμμαχίας, εναντίον άλλου κράτους-μέλους δημιουργεί σοβαρές αντιφάσεις στην αρχιτεκτονική συλλογικής άμυνας.

Η SETA προειδοποιεί μάλιστα ότι μια ελληνοτουρκική στρατιωτική κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει τη Βουλγαρία και τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων, δημιουργώντας διπλωματικές πιέσεις και περιφερειακή πόλωση.

Ο φόβος ατυχήματος τύπου Ιμίων

Στην ανάλυση γίνεται ειδική αναφορά στο ενδεχόμενο στρατιωτικού επεισοδίου εξαιτίας της αυξημένης συγκέντρωσης δυνάμεων, ασκήσεων και θαλάσσιων αναγγελιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Ασλάν επικαλείται την κρίση των Ιμίων του 1996 και το ναυτικό επεισόδιο του 2020 ως παραδείγματα κινδύνων που μπορούν να εμφανιστούν όταν στρατιωτικές δυνάμεις επιχειρούν σε περιορισμένο γεωγραφικό χώρο.

Σύμφωνα με την εκτίμησή του, μια τέτοια κρίση δεν θα επηρέαζε μόνο την Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά θα μπορούσε να διαταράξει τις θαλάσσιες μεταφορές, τον τουρισμό και τις ενεργειακές δραστηριότητες.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στον κίνδυνο μεταφοράς της αντιπαράθεσης Τουρκίας–Ισραήλ από τη Συρία προς την Ανατολική Μεσόγειο.

Η SETA θεωρεί ότι η ενίσχυση της ισραηλινής στρατιωτικής παρουσίας στην Κύπρο και η συνεργασία με την Ελλάδα δημιουργούν νέες πιθανότητες τριβής μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ.

Η πιο χαρακτηριστική αναφορά: Η Τουρκία μπορεί να πολεμήσει σε τρία ή τέσσερα μέτωπα

Το πλέον χαρακτηριστικό σημείο της ανάλυσης βρίσκεται στο συμπέρασμά της.

Ο Μουράτ Ασλάν υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να παραμείνει αδρανής απέναντι στη συγκρότηση αυτού που περιγράφει ως νέο στρατιωτικό μπλοκ στην Ανατολική Μεσόγειο.

Προτείνει έναν συνδυασμό στρατιωτικών και διπλωματικών ενεργειών, με έμφαση στην ενίσχυση της αποτροπής, στη δραστηριοποίηση εντός του ΝΑΤΟ, στη συνεργασία με την Αίγυπτο και τις χώρες του Κόλπου και στη διατήρηση μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων.

Ταυτόχρονα, όμως, καταλήγει σε μια ιδιαίτερα σημαντική εκτίμηση: ότι η τουρκική στρατιωτική ισχύς επιτρέπει στην Άγκυρα να αντιμετωπίσει ακόμη και πόλεμο σε τρία ή τέσσερα μέτωπα.

Η αναφορά αυτή αποτελεί εκτίμηση του συντάκτη για τις δυνατότητες των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και όχι επιβεβαιωμένη επιχειρησιακή αξιολόγηση.

Αναδεικνύει, ωστόσο, το επίπεδο στρατιωτικής αντιπαράθεσης που εξετάζεται στη δημόσια συζήτηση του τουρκικού στρατηγικού περιβάλλοντος.

Τι αποκαλύπτει τελικά η ανάλυση της SETA

Η σημασία της μελέτης δεν βρίσκεται μόνο στην καταγραφή των ελληνικών, κυπριακών και ισραηλινών εξοπλιστικών προγραμμάτων.

Το ουσιαστικό στοιχείο είναι ότι ένας οργανισμός με σημαντική παρουσία στον τουρκικό δημόσιο διάλογο αντιμετωπίζει πλέον τη συνεργασία των τριών χωρών ως συγκροτούμενη στρατιωτική αρχιτεκτονική, η οποία έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει άμεσα την περιφερειακή ισορροπία ισχύος.

Η SETA προσδιορίζει συγκεκριμένα πεδία στα οποία εντοπίζει τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την Άγκυρα: την ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας, την ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων μεγάλης εμβέλειας, την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, την πιθανή δημιουργία τριμερούς δύναμης ταχείας αντίδρασης και τη διπλωματική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παράλληλα, η τουρκική μελέτη αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική διάσταση: η άμυνα, η ενέργεια, οι θαλάσσιες υποδομές και οι διεθνείς εμπορικοί διάδρομοι αντιμετωπίζονται πλέον ως αλληλένδετα στοιχεία του ανταγωνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ελληνική και κυπριακή πλευρά παρουσιάζουν την τριμερή συνεργασία ως μηχανισμό περιφερειακής σταθερότητας, ασφάλειας και προστασίας κρίσιμων υποδομών. Αντίθετα, η SETA την ερμηνεύει ως προσπάθεια στρατηγικής εξισορρόπησης και περιορισμού της Τουρκίας.

Το γεγονός ότι οι δύο πλευρές αποδίδουν τόσο διαφορετικό περιεχόμενο στις ίδιες στρατιωτικές και διπλωματικές εξελίξεις δείχνει πόσο περίπλοκο έχει γίνει το περιβάλλον ασφάλειας στην περιοχή.

Σε κάθε περίπτωση, η ανάλυση του Μουράτ Ασλάν αποτελεί ένα σημαντικό τεκμήριο για τη μελέτη της τουρκικής στρατηγικής σκέψης και των απειλών που αναγνωρίζει η Άγκυρα στην αναβαθμισμένη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.

Το πρωτότυπο άρθρο https://geopolitico.gr/2026/10/mavridis-o-erntogan-prostatis-ton-foniadon-chamas-kai-adelfon-mousoulmanon/ ανήκει στο Πολιτική – Geopolitico .
‹ ›