
Το διεθνές τοπίο είναι σήμερα πολύ πιο ασταθές από οποιαδήποτε άλλη φάση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Συγκεκριμένα, ενώ η Τουρκία προβάλλει αναθεωρητικές αξιώσεις έναντι της Ελλάδας, εξαπολύει διαρκώς απειλές πολέμου, καταφεύγει συχνά στη βία για την προώθηση των φιλοδοξιών της και κατέχει παράνομα τμήμα της Κύπρου, εντούτοις η Άγκυρα εξακολουθεί να θεωρείται πολύτιμος εταίρος και σύμμαχος από τα περισσότερα άλλα δυτικά κράτη. Και ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία καταδικάζεται, επιβάλλονται κυρώσεις και η αμυνόμενη πλευρά λαμβάνει κάθε μορφή στήριξης, τα παράλληλα δεινά της Κύπρου παραμένουν χωρίς αντιμετώπιση. Αυτή η ασυνέπεια υπονομεύει την πολιτική, νομική και ηθική υπεροχή του δυτικού αφηγήματος. Στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, η σύγκρουση κατέδειξε – ίσως ακόμη πιο ξεκάθαρα από τον πόλεμο στην Ουκρανία – τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν οι πόλοι του σημερινού παγκόσμιου πολυπολικού συστήματος. Παρόλο που οι ΗΠΑ διατηρούν τον ηγετικό ρόλο, δυσκολεύονται να επιβάλουν τη βούλησή τους. Η Ρωσία, η Κίνα και μικρότεροι δρώντες ασκούν τη δική τους επιρροή στις εξελίξεις, ενώ ταυτόχρονα συνδιαλέγονται και αλληλεπιδρούν με τις ΗΠΑ. Αυτό συμβαίνει τη στιγμή που, ίσως για πρώτη φορά, κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν έχει ταχθεί στο πλευρό των ΗΠΑ και το ευρωατλαντικό ρήγμα εμφανίζεται βαθύτερο από ποτέ. Εν τω μεταξύ, η ΕΕ, παρά το γεγονός ότι ορθώς απέφυγε την εμπλοκή στον πόλεμο, αποτυγχάνει να αναδειχθεί σε σημαντικό παίκτη σε μια κατάσταση που επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα και την ευημερία της. Η Ελλάδα είναι αναμφίβολα ευθυγραμμισμένη με τη Δύση, ωστόσο η ίδια η Δύση διέρχεται μια φάση μετασχηματισμού ή ακόμη και διχασμού. Παράλληλα, Ελλάδα και Κίνα μοιράζονται κοινές ανησυχίες αλλά και κοινά συμφέροντα. Η Κίνα υποστηρίζει σθεναρά την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ η Ελλάδα υποστηρίζει σταθερά την αρχή της «μίας Κίνας». Ο ναυτιλιακός τομέας αποτελεί αναμφίβολα στρατηγικό πεδίο και για τις δύο πλευρές, και αυτό ήταν που ουσιαστικά μας έφερε κοντά. Ωστόσο, η δυναμική που αναπτύχθηκε πυροδότησε μια ευρύτερη πολιτική βούληση, η οποία ενίσχυσε τις σχέσεις μας και προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες. Μπορεί να ανήκουμε σε διαφορετικά γεωπολιτικά σχήματα και οι ευρύτερες συνθήκες συχνά να μας ξεπερνούν, εντούτοις υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός, ο οποίος πηγάζει και από τις αρχαίες ρίζες των πολιτισμών μας. Και είναι πεποίθησή μου ότι ο σημερινός κόσμος έχει ανάγκη από λιγότερες διαχωριστικές γραμμές και περισσότερη κατανόηση και συνεργασία. Επομένως, εκ των υστέρων, η στρατηγική σχέση που εγκαινιάσαμε με την Κίνα πριν από 20 χρόνια υπήρξε πρωτοποριακή και απέφερε πράγματι αμοιβαία οφέλη και για τις δύο πλευρές. Εναπόκειται σε εμάς να ενισχύσουμε τη δυναμική που δημιουργήθηκε και να αξιοποιήσουμε τις πολλές ακόμη ευκαιρίες συνεργασίας με την Κίνα που πιστεύω ότι διανοίγονται στο μέλλον. Και, ειλικρινά, πιστεύω ότι αυτή η συνεργασία θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο και για συνεργασία και με άλλες ασιατικές χώρες. Και, τέλος, επιτρέψτε μου να διευκρινίσω το εξής: η επίσκεψή μου στην Κίνα τον Ιανουάριο του 2006 δεν ήταν η πρώτη μου. Πολύ νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 1979, ο τότε Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής μού ζήτησε να συνοδεύσω την αντιπροσωπεία του στην ιστορική, πρώτη επίσκεψη Έλληνα Πρωθυπουργού στην Κίνα. Είχα το μοναδικό προνόμιο —σε ηλικία τότε 23 ετών— να δω την Κίνα ακριβώς στα πρώτα βήματα της προσπάθειάς της να βγει στο παγκόσμιο προσκήνιο. Είχα τη σπουδαία ευκαιρία να συναντήσω τον ιστορικό ηγέτη Deng Xiaoping και, φυσικά, να αποκτήσω ένα μέτρο σύγκρισης για τον πρωτοφανή μετασχηματισμό και την πρόοδο που σημείωσε η Κίνα έκτοτε.
Το αναδυόμενο πολυπολικό σύστημα επιβάλλει την άσκηση μιας πιο σύνθετης και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, απαλλαγμένης από τις άκαμπτες διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος.


