
Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ έφθασε στην Ελλάδα ως η προσωπική επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ για μία από τις σημαντικότερες αμερικανικές πρεσβείες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα, καλείται να αποχωρήσει από την Αθήνα με απόφαση του ίδιου του Αμερικανού προέδρου. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο γεγονότα μεσολάβησαν μια περίοδος έντονης δημόσιας παρουσίας, σημαντικές πρωτοβουλίες στην ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας και ΗΠΑ, συναντήσεις στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, αλλά και μια σειρά δημοσιευμάτων που έθεσαν υπό αμφισβήτηση τη συμπεριφορά της και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη χρήση της πολιτικής της επιρροής.Μετά το Fox News, η δραστηριότητά της επικεντρώθηκε στην πολιτική. Συμμετείχε στο America First Action, δραστηριοποιήθηκε στη συγκέντρωση χρημάτων για την προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ και απέκτησε κεντρική θέση στις δημόσιες εκδηλώσεις του κινήματος MAGA. Οι ομιλίες της στα συνέδρια των Ρεπουμπλικανών το 2020 και το 2024 αποτύπωσαν τη μεταμόρφωσή της από τηλεοπτική προσωπικότητα σε αναγνωρίσιμο πρόσωπο της υποψηφιότητας Τράμπ .
Η κρίση που οδήγησε στην απομάκρυνση της Γκιλφόιλ δεν ξέσπασε από ένα μεμονωμένο περιστατικό. Διαμορφώθηκε σταδιακά, με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, κυρίως της Wall Street Journal, και στη συνέχεια με ρεπορτάζ αμερικανικών και βρετανικών μέσων ενημέρωσης. Το πρώτο αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η πρέσβειρα προωθούσε επιχειρηματικά συμφέροντα στην περιοχή. Η Wall Street Journal δημοσίευσε στοιχεία για τις επαφές της με τον όμιλο Aktor και τον Χρήστο Μαραφάτσο, εγγεγραμμένο λομπίστα που εκπροσωπούσε συμφέροντα του ομίλου. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Μαραφάτσος συνόδευε συχνά την πρέσβειρα σε επίσημες συναντήσεις με ξένους αξιωματούχους, ενώ ορισμένοι συνομιλητές της φέρονται να μην είχαν σαφή εικόνα για την ιδιότητά του. Η ίδια και ο όμιλος αρνήθηκαν ότι υπήρξε κάτι εκτός των κανόνων που ισχύουν παντού και για όλους .
Η δεύτερη ενότητα των αποκαλύψεων είχε άμεση πολιτική διάσταση. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, σε δείπνο που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Μάρτιο του 2026, παρουσία Ελλήνων και Αμερικανών αξιωματούχων, η Γκιλφόιλ φέρεται να αναφέρθηκε στην πολιτική κατάσταση της Ρουμανίας και να υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να επηρεάσουν την ανατροπή κυβερνήσεων, ακόμη και στην Ελλάδα. Το δημοσίευμα προκάλεσε αντιδράσεις. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι δεν είχε υπάρξει απειλή κατά της ελληνικής κυβέρνησης και ότι μια τέτοια συμπεριφορά δεν θα ήταν αποδεκτή. Ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, που φερόταν να είναι «αποδέκτης» των επίμαχων αναφορών, απέρριψε ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση ή απειλή κατά της χώρας. Αντίστοιχα, ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης, ο οποίος δήλωσε ότι ήταν παρών στο περιστατικό, υποστήριξε ότι δεν υπήρξε απειλή εναντίον της Ελλάδας. Στις 9 Οκτωβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης απέρριψε την ανάγκη να κληθεί η πρέσβειρα για εξηγήσεις στο υπουργείο Εξωτερικών, επικαλούμενος τις σχετικές διαψεύσεις.
Το σοβαρότερο πλήγμα ήρθε με τη δημοσιοποίηση μηνυμάτων που φέρονται να αντάλλαξαν η Γκιλφόιλ και ο Έρικ Ντίτερς, υποστηρικτής και χρηματοδότης του Τραμπ. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, τον Ιούλιο του 2025, λίγο πριν από την επικύρωση του διορισμού της, η Γκιλφόιλ φέρεται να ζήτησε από τον Ντίτερς να καταβάλει 100.000 δολάρια για την εξόφληση λογαριασμού της στην American Express. Ο δικηγόρος της Γκιλφόιλ, Τζέσι Μπίναλ, αμφισβήτησε τη γνησιότητα των μηνυμάτων και απέρριψε την εικόνα που παρουσίαζαν τα δημοσιεύματα. Η πλευρά της υποστήριξε ότι οι οικονομικές αξιώσεις αφορούσαν προηγούμενες επαγγελματικές υπηρεσίες και υποχρεώσεις, όχι αντάλλαγμα για κυβερνητική επιρροή.
Η τρίτη ενότητα αφορούσε ταξίδια, φιλοξενία και παροχές από επιχειρηματίες. Η Wall Street Journal δημοσίευσε στοιχεία για ιδιωτικές πτήσεις και πολυτελείς διαμονές που φέρονται να είχαν χρηματοδοτηθεί από Έλληνες επιχειρηματίες. Στα δημοσιεύματα αναφέρθηκαν ο επικεφαλής του Aktor Αλέξανδρος Εξάρχου και ο εφοπλιστής Νικόλας Τσάκος. Η Γκιλφόιλ φέρεται να είχε αναφερθεί σε τέτοιες μετακινήσεις και φιλοξενίες κατά την παρουσία της στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, τον Ιανουάριο του 2026. Η πλευρά της υποστήριξε ότι οι μετακινήσεις της είχαν εγκριθεί σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Στο μεταξύ, αμερικανικά και βρετανικά δημοσιεύματα περιέγραψαν ένα προβληματικό εργασιακό περιβάλλον στην αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας. Το Daily Beast μετέφερε καταγγελίες για αυταρχική συμπεριφορά προς υπαλλήλους, έντονες λεκτικές αντιπαραθέσεις, υπερβολικές προσωπικές απαιτήσεις και προβλήματα στη διαχείριση του προσωπικού. Μεταξύ άλλων, δημοσιεύθηκαν ισχυρισμοί για υποβάθμιση στελέχους ασφαλείας επειδή δεν ανταποκρίθηκε σε προσωπική απαίτηση της πρέσβειρας τις πρώτες πρωινές ώρες, καθώς και για απομάκρυνση οδηγών ύστερα από διαφωνίες. Πρόκειται για καταγγελίες που δεν μπορούσαν να παρουσιαστούν ως εξακριβωμένα περιστατικά χωρίς τα σχετικά πορίσματα. Ωστόσο, η συσσώρευσή τους επιβάρυνε τη δημόσια εικόνα της και έθεσε ερωτήματα για την εσωτερική λειτουργία της πρεσβείας. Παράλληλα, το θέμα έφθασε στο Κογκρέσο. Την 1η Οκτωβρίου 2026, ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ζήτησε από τον Μάρκο Ρούμπιο απαντήσεις για τη συμπεριφορά της Γκιλφόιλ. Στην επιστολή του έθεσε ζητήματα σχετικά με τις αναφορές για πιθανή παρέμβαση στην ελληνική πολιτική, την προώθηση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων και τη συμμετοχή λομπιστών σε επίσημες διπλωματικές επαφές. Ζήτησε μάλιστα την απομάκρυνσή της εφόσον επιβεβαιώνονταν οι καταγγελίες. Η υπόθεση απέκτησε πλέον θεσμική διάσταση. Δεν επρόκειτο μόνο για αρνητική δημοσιότητα, αλλά για καταγγελίες που μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου από τις αμερικανικές αρχές.
Η τελευταία φάση εξελίχθηκε με μεγάλη ταχύτητα.Η Wall Street Journal αποτέλεσε τον βασικό φορέα των αποκαλύψεων, δημοσιεύοντας διαδοχικά ρεπορτάζ για τις οικονομικές σχέσεις, τις επιχειρηματικές επαφές και τις προσωπικές παροχές προς την πρέσβειρα. Η Washington Post ανέδειξε τις καταγγελίες για τα 100.000 δολάρια και τις πληροφορίες για έλεγχο από το γραφείο του γενικού επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Το Associated Press μετέδωσε τις πληροφορίες για την έντονη δυσαρέσκεια Τραμπ και Ρούμπιο, ενώ το CNN, το CBS News και το ABC News κάλυψαν τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου και την πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Από τη βρετανική πλευρά, οι Financial Times ανέδειξαν τις καταγγελίες για τις ιδιωτικές πτήσεις, την πρόσβαση σε κυβερνητικούς αξιωματούχους και τις επίμαχες αναφορές για τη Ρουμανία. Ο Guardian επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στις οικονομικές αξιώσεις προς τον Ντίτερς και στις πιθανές συνέπειες για τη διπλωματική αξιοπιστία της Ουάσιγκτον. Η Independent κάλυψε την απόφαση του Λευκού Οίκου ενω η Daily Mail έβαλε τα … δικά της καρφιά.
Στην επόμενη φάση το γραφείο του γενικού επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ φέρεται να εξέταζε τις καταγγελίες, αν και οι πληροφορίες για το ακριβές στάδιο και τον τυπικό χαρακτήρα της έρευνας δεν ήταν απολύτως ταυτόσημες μεταξύ των δημοσιευμάτων. Η απομάκρυνσή της, όμως δεν απαιτούσε την ολοκλήρωση οποιασδήποτε έρευνας. Ως πολιτικά διορισμένη πρέσβειρα, υπηρετούσε με την εμπιστοσύνη του Αμερικανού προέδρου. Αυτή η εμπιστοσύνη αποδείχθηκε τελικά καθοριστική. Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ αποχωρεί από την Αθήνα αφήνοντας μια θητεία με δύο διαφορετικές όψεις. Από τη μία πλευρά, υπήρξε μια ιδιαίτερα δραστήρια και αναγνωρίσιμη εκπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών. Συνδέθηκε με την προσπάθεια ενίσχυσης του ενεργειακού ρόλου της Ελλάδας, προώθησε την αμερικανική παρουσία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, συμμετείχε σε σημαντικές διμερείς επαφές και ανέπτυξε έντονη δημόσια δραστηριότητα. Από την άλλη, η θητεία της επισκιάστηκε από καταγγελίες που αφορούσαν ακριβώς τα χαρακτηριστικά στα οποία είχε στηριχθεί η πολιτική της ισχύς, δηλαδή την προσωπική πρόσβαση, τις επιχειρηματικές γνωριμίες, την επικοινωνιακή επιρροή και την ευχέρεια να κινείται ανάμεσα στην πολιτική, την οικονομία και την κοινωνική ζωή.
Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις διαθέτουν ισχυρή θεσμική βάση, ανεξάρτητη από τα πρόσωπα που υπηρετούν στις δύο πρεσβείες. Η ενεργειακή συνεργασία, η αμυντική σχέση, η ναυτιλία και οι επενδύσεις δεν εξαρτώνται από έναν διπλωματικό διορισμό. Η Γκιλφόιλ, όμως, είχε δημιουργήσει την προσδοκία ότι μπορούσε να προσφέρει κάτι περισσότερο, δηλαδή μια απευθείας πολιτική γέφυρα προς τον Ντόναλντ Τραμπ. Αυτή η προσδοκία ήταν που έκανε την άφιξή της τόσο σημαντική και την αποχώρησή της τόσο ηχηρή. Η προσωπική εγγύτητα με τον πρόεδρο αποτέλεσε το διαβατήριο για την ανάληψη της θέσης, αλλά δεν αποτέλεσε, εγγύηση για τη διατήρησή της. Έφθασε στην Αθήνα επειδή ο Τραμπ την εμπιστευόταν προσωπικά και καλείται να φύγει επειδή ο ίδιος αποφάσισε ότι η παραμονή της δεν μπορούσε πλέον να συνεχιστεί.



