
Αυτό προκύπτει από την μελέτη που έκανε το Ινστιτούτο Επιστημονικών Ερευνών του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου με βάση τα δεδομένα της Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης από την ΗΔΙΚΑ, τα οποία παρουσιάστηκαν σήμερα στο υπουργείο Υγείας. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτουν δεδομένα που δείχνουν ότι πλέον είναι ορατά τα -συνταγογραφούμενα- αντιβιοτικά, τα οποία ουσιαστικά λόγω της έλλειψης παρεμβάσεων από την πολιτεία δεν συνταγογραφούνταν για χρόνια, αλλά δίνονταν κυρίως από τον φαρμακοποιό πριν από το 2020. Σχολιάζοντας την μελέτη, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης είπε ότι έχουμε πλέον μια ξεκάθαρη εικόνα που αφορά την κατανάλωση αντιβιοτικών πριν και μετά την υποχρεωτική συνταγογράφησή τους και πρόσθεσε πως τα στοιχεία αυτά θα αποτελέσουν την αρχή να κατανοήσουμε γιατί υπάρχει υπερκατανάλωση, η οποία -όπως είπε- είναι η βασική αιτία της αύξησης της μικροβιακής αντοχής και των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων στην Ελλάδα.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το γεγονός ότι το 91% των αντιβιοτικών συνταγογραφούνται εκτός θεραπευτικού πρωτοκόλλου, ενώ μόλις 9% μέσω ιατρικών πρωτοκόλλων. Για παράδειγμα για μία πυελονεφρίτιδα παρακάμπτεται η διαδικασία και η δήλωση της αιτίας, καθώς χρειάζονται δεδομένα από τους γιατρούς τα οποία τους περιορίζουν την επιλογή τους στα αντιβιοτικά. Το 35% των αντιβιοτικών γράφονται από παθολόγους και γενικούς γιατρούς. Τις περισσότερες συσκευασίες αντιβιοτικών γράφουν οι ουρολόγοι με 800 συσκευασίες κατά μέσο όρο κάθε χρόνο και ακολουθούν οι ΩΡΛ και οι οδοντίατροι με 600 έως 800 κουτιά κάθε χρόνο.
Μεγάλη αύξηση της χρήσης των αντιβιοτικών καταγράφεται στις τουριστικές περιοχές, ενώ τα λιγότερα αντιβιοτικά στην Ελλάδα χορηγούνται στη Φωκίδα και την Ευρυτανία. Αντίθετα υψηλές καταναλώσεις αντιβιοτικών παρατηρούνται στην Κρήτη και σε νησιά, όπως η Λευκάδα.
Το υπουργείο Υγείας πάντως είναι διατεθειμένο να διερευνήσει γιατί σε ορισμένες περιοχές της χώρας υπάρχει αυξημένη υπερκατανάλωση αντιβιοτικών, αλλά και γιατί συγκεκριμένες ειδικότητες γιατρών καταγράφουν υπερσυνταγογράφησή τους.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας λέει ότι το 65% των αντιβιοτικών που θα πρέπει να συνταγογραφούνται μέχρι το 2030, δεν θα αυξάνουν την μικροβιακή αντοχή, δηλαδή δεν πρέπει να είναι αντιβιοτικά νεότερης γενιάς. Την ίδια ώρα στη χώρα μας φαίνεται να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Στην Ελλάδα προτιμούνται από τους γιατρούς κυρίως τα αντιβιοτικά τελευταίας γενιάς, όπως οι κινολόνες και η χώρα βρίσκεται 20% με 25% κάτω από τον στόχο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Όπως έγινε γνωστό, το Ινστιτούτο θα καταθέσει στις αρχές του Σεπτέμβρη τις προτάσεις του στο υπουργείο Υγείας, οι οποίες ουσιαστικά θα αποτελέσουν βασικό εργαλείο για την αξιολόγηση της χρήσης αντιβιοτικών αλλά και την ορθή κατανάλωσή τους.
ΑΠΕ-ΜΠΕ / photo: eurokinissi


