Σε μια παρέμβαση με άρθρο του στα «Παραπολιτικά» προχώρησε ο γ.γ. της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Μάξιμος Χαρακόπουλος«Είμαι εξ αυτών που πιστεύουν ακράδαντα ότι οι βουλευτές πρέπει να έχουν απεριόριστη ελευθερία λόγου και δράσης, πάντα βεβαίως εντός του πλαισίου των αρχών και αξιών του κόμματος, με τη σημαία του οποίου εκλέγονται, και του κυβερνητικού προγράμματος που τους δεσμεύει. Γι’ αυτό και στην παρθενική μου ομιλία κατά την εκλογή μου ως γενικός γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ ζήτησα την αποδραματοποίηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου από τους βουλευτές της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, που με ευκολία βαπτίζεται ως “αντάρτικο”» υπογραμμίζει ο Μάξιμος Χαρακόπουλος.
Ακολούθως, ο κ. Χαρακόπουλος σημειώνει ότι «ακόμη και αν κάποιες φορές αναζητούνται κίνητρα πίσω από πρόσωπα που θέτουν ζητήματα που χαρακτηρίζονται “εσωκομματική αμφισβήτηση”. Διότι, “κίνητρα”, προσωπικές πικρίες ή φιλοδοξίες μπορεί ενίοτε να συνυπάρχουν. Το ζητούμενο στο τέλος της ημέρας δεν είναι ποιος τα λέει, αλλά αν αυτά που λέει έχουν βάση, αν είναι ζητήματα που αφορούν την κοινωνία. Ευχής έργο, βεβαίως, είναι αυτά να διατυπώνονται και να αντιμετωπίζονται εν οίκω πριν τεθούν εν δήμω».
Οσον αφορά στο επιτελικό κράτος, ο Θεσσαλός πολιτικός επισημαίνει: «Επειδή πολύς λόγος γίνεται για το “επιτελικό κράτος”, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους ο “μεγάλος ασθενής” είναι αυτό το ίδιο το κράτος. Και για να προλάβω την εύκολη κριτική για διάχυση ευθυνών σε διαχρονικές παθογένειες, να θυμίσω ότι και στις κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή 2004 – 2009 βασική προμετωπίδα της κυβερνητικής προσπάθειας ήταν η “επανίδρυση του κράτους”. Είχε προηγηθεί η ομολογία απόγνωσης του Κώστα Σημίτη “αυτή είναι η Ελλάδα!”. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θέλησε να συμβιβαστεί με αυτή την Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό, ο πρώτος νόμος που ψήφισε η βουλή το 2019 ήταν αυτός για το “επιτελικό κράτος”. Αντικειμενικά κρίνοντας, δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς με την ανάγκη στοχοπροσήλωσης σε χρονοδιαγράμματα υλοποίησης του κυβερνητικού έργου, με έλεγχο αποτελεσματικότητας και λογοδοσία των υπουργείων. Σήμερα, η επανίδρυση του κράτους ακούει πλέον στο όνομα ψηφιακό κράτος. Όσο περισσότερο επεκτείνεται το ψηφιακό κράτος και εκλείπει η ανθρώπινη διαμεσολάβηση – με ό,τι αυτή μπορεί να σημαίνει -, τόσο περισσότερο η Ελλάδα γίνεται σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Όσον αφορά τα κακώς κείμενα που επιμένουν να μας πληγώνουν, η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για να καταλήξουμε σε επιβεβλημένες τομές, που χρόνια συζητούνται, για τον εκσυγχρονισμό του πολιτικού συστήματος. Ιδιαιτέρως εν μέσω έξαρσης του λαϊκισμού με τον μανδύα του αντισυστημισμού. Μακάρι αυτή τη φορά το στοίχημα της αναθεώρησης του Συντάγματος να μην χαθεί και να εξελιχθεί σε μια ειρηνική επανάσταση του αυτονόητου».
Τέλος, ο κ.Χαρακόπουλος αναφέρει: «Σε κάθε περίπτωση, η στοχοποίηση των βουλευτών το τελευταίο διάστημα, ως “διαμεσολαβητών ρουσφετιών”, όταν έως πρότινος στις περισσότερες των περιπτώσεων το επονομαζόμενο “ρουσφέτι” προέβαλε ως αναγκαίο κακό για να βρει το δίκιο του ο πολίτης, είναι και ισοπεδωτική και άδικη. Γι’ αυτό, όσο το ψηφιακό κράτος διευρύνεται τόσο λιγότερο θα χρειάζεται η όποια παρέμβαση του βουλευτή για τα αυτονόητα, ώστε να μπορεί να εστιάζει απρόσκοπτα στη βασική του αποστολή, το νομοθετικό έργο και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Η συζήτηση μόλις άρχισε».
Ολόκληρο το άρθρο του Μάξιμου Χαρακόπουλου στα «Παραπολιτικά»
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θέλησε να συµβιβαστεί µε αυτή την Ελλάδα. Για τον λόγο αυτόν, ο πρώτος νόµος που ψήφισε η Βουλή το 2019 ήταν αυτός για το «επιτελικό κράτος». Αντικειµενικά κρίνοντας, δύσκολα µπορεί να διαφωνήσει κανείς µε την ανάγκη στοχοπροσήλωσης σε χρονοδιαγράµµατα υλοποίησης του κυβερνητικού έργου, µε έλεγχο αποτελεσµατικότητας και λογοδοσία των υπουργείων. Σήµερα, η επανίδρυση του κράτους ακούει πλέον στο όνοµα «ψηφιακό κράτος». Οσο περισσότερο επεκτείνεται το ψηφιακό κράτος και εκλείπει η ανθρώπινη διαµεσολάβηση –µε ό,τι αυτή µπορεί να σηµαίνει–, τόσο περισσότερο η Ελλάδα γίνεται σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.
Οσον αφορά τα κακώς κείµενα που επιµένουν να µας πληγώνουν, η συζήτηση για τη συνταγµατική αναθεώρηση είναι µια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να καταλήξουµε σε επιβεβληµένες τοµές, που χρόνια συζητούνται, για τον εκσυγχρονισµό του πολιτικού συστήµατος. Ιδιαιτέρως εν µέσω έξαρσης του λαϊκισµού µε τον µανδύα του αντισυστηµισµού. Μακάρι αυτή τη φορά το στοίχηµα της αναθεώρησης του Συντάγµατος να µη χαθεί και να εξελιχθεί σε µια ειρηνική επανάσταση του αυτονόητου!
Σε κάθε περίπτωση, η στοχοποίηση των βουλευτών το τελευταίο διάστηµα ως «διαµεσολαβητών ρουσφετιών», όταν έως πρότινος στις περισσότερες των περιπτώσεων το επονοµαζόµενο «ρουσφέτι» προέβαλλε ως αναγκαίο κακό για να βρει το δίκιο του ο πολίτης, είναι και ισοπεδωτική και άδικη. Γι’ αυτό, όσο το ψηφιακό κράτος διευρύνεται, τόσο λιγότερο θα χρειάζεται η όποια παρέµβαση του βουλευτή για τα αυτονόητα, ώστε να µπορεί να εστιάζει απρόσκοπτα στη βασική του αποστολή, το νοµοθετικό έργο και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Η συζήτηση µόλις άρχισε!


