Ο κ. Αβραμόπουλος ξεκίνησε αναφερόμενος στην πρόσκληση που έλαβε από τον Ιταλό πρώην ευρωβουλευτή Παντσέρι να συμμετάσχει στον οργανισμό Fighting Impunity. Όπως είπε, η συμμετοχή του εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατόπιν δικής του επιστολής, στην οποία ρωτούσε αν μπορούσε να συμμετάσχει και να αμείβεται.

«Ρώτησα “μπορώ και να πληρώνομαι;” και η απάντηση ήταν “βεβαίως”. Έπαιρνα 3.500 ευρώ τον μήνα, τα οποία δήλωνα κανονικά. Φορολογούμαι στην Ελλάδα. Είναι δυνατόν να υπάρχει μίζα;» είπε, τονίζοντας ότι η συμμετοχή του ήταν πλήρως διαφανής.

Ο κ. Αβραμόπουλος αμφισβήτησε τη νομιμότητα του εντάλματος, σημειώνοντας ότι δεν κλήθηκε ποτέ από Βέλγους δικαστές, αλλά μόνο από αστυνομικούς. «Δεν με κάλεσε η βελγική δικαιοσύνη αλλά κάποιοι αστυνομικοί», είπε, προσθέτοντας ότι η υπόθεση είχε ήδη διερευνηθεί πριν από δύο χρόνια και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε κρίνει ότι «πολύ καλά τα έκανε ο κ. Αβραμόπουλος».

Ανέφερε ότι το ένταλμα δεν στάλθηκε στο υπουργείο Δικαιοσύνης αλλά στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, δηλαδή στην αστυνομία. «Ο κ. Χρυσοχοΐδης το είχε τρεις μέρες στο συρτάρι. Δεν ξέρω γιατί. Εγώ δεν το ήξερα», ανέφερε, αποκαλύπτοντας ότι πληροφορήθηκε την ύπαρξη του εντάλματος από το γραφείο του πρωθυπουργού.

Παρά τις αιχμές του κατά των βελγικών αρχών, ο κ. Αβραμόπουλος δήλωσε ότι εμπιστεύεται την ελληνική δικαιοσύνη και ότι ο ίδιος θα ζητήσει την άρση της βουλευτικής του ασυλίας.

«Στην ουσία το ένταλμα είναι άκυρο με τον τρόπο που έγινε», επανέλαβε, απορρίπτοντας οποιαδήποτε πολιτική σκοπιμότητα. «Δεν νομίζω ότι υπάρχει. Υπάρχει σκοπιμότητα από κάποιους αστυνομικούς που, για να γλιτώσουν ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, είπαν να διευρύνουν την έρευνα».

Ερωτώμενος για τις επόμενες κινήσεις του, ο κ. Αβραμόπουλος διέψευσε οποιαδήποτε προσέγγιση από τον Αντώνη Σαμαρά, λέγοντας: «Εμένα δεν με έχει προσεγγίσει κανείς. Έχω κόμμα και στο μέλλον θα είμαι με τη ΝΔ, στηρίζοντας την παράταξη». Για το ενδεχόμενο υποψηφιότητας στις επόμενες εκλογές, απάντησε ότι «αυτό θα το δούμε, είναι νωρίς να μιλήσουμε».

Καταλήγοντας, τόνισε ότι από τα 3.500 ευρώ μηνιαίως, τα 1.500 πήγαιναν στο ελληνικό δημόσιο, κρατώντας ο ίδιος καθαρά περίπου 2.000 ευρώ. Συνολικά, από τα 70.000 ευρώ που εισέπραξε, το ελληνικό κράτος έλαβε περίπου 35.000. «Πληρωνόμουνα επειδή μου το ενέκρινε η κ. Φον Ντερ Λάιεν», είπε χαρακτηριστικά.