
«Φαρμάκι» αποδεικνύεται τελικά το …φάρμακο των προγραμμάτων «Σπίτι μου» Ι, ΙΙ και ΙΙΙ. Η λαϊκή οικογένεια όχι μόνο δεν πήρε ανάσα, αλλά τα σπίτια χαμηλής αποτίμησης που εντάχθηκαν στα προγράμματα παρουσίασαν αύξηση της αντικειμενικής αξίας κατά 30%, έναντι 5% της μέσης τιμής στην αγορά. Αντίστοιχα, ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο πρόγραμμα τα όρια των αντικειμενικών αξιών (και των δανείων) αυξήθηκαν κατά 50%. «Κινείται η αγορά, όλα υπέροχα», θα πουν όσοι υπερασπίζονται τους νόμους του κέρδους. Εδώ ακριβώς είναι το ζήτημα, αφού η στέγη στον καπιταλισμό είναι εμπόρευμα. Οσο ανεβαίνει η ζήτηση, τόσο οι αξίες των κατοικιών παίρνουν την ανιούσα, ειδικά λόγω της επένδυσης πολλών ιδιοκτητών σε τουριστικές χρήσεις των ακινήτων τους, με σκοπό και εδώ το κέρδος. Καμία «συνταγή» – σοσιαλδημοκρατική η φιλελεύθερη – δεν μπορεί και δεν θέλει να λύσει το πρόβλημα, αφού όλα τα κρατικά προγράμματα έχουν για αφετηρία τη διαχείριση του οξυμένου αυτού ζητήματος με κριτήριο τα συμφέροντα της μεγαλοϊδιοκτησίας, των κατασκευαστικών και τραπεζικών ομίλων. Από την άλλη, ο λαός «φεσώνεται» με νέα δάνεια και χρέη, με τον φόβο ότι δεν θα μπορέσει να τα εξυπηρετήσει και ότι το σπίτι θα επιστρέψει από άλλον δρόμο στους ίδιους που το πούλησαν. Μόνο που τώρα θα είναι ντυμένοι σαν κοράκια των servicers και των funds.
