Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Πλάνο βελτιωμένης απόδοσης

Γιώτα Ιωαννίδου

Μεγάλες εταιρείες συνήθως έχουν συνεχείς εξάμηνες αξιολογήσεις προσωπικού που τα αποτελέσματά τους συνδέονται με την εργασιακή και μισθολογική εξέλιξη του εργαζόμενου. Ή με την προετοιμασία της απόλυσής του, κυρίως με την ενοχοποίηση του ίδιου του εργαζόμενου, την εσωτερίκευση της αποτυχίας.

«Είμαι σε P.I.P. στην εταιρεία που δουλεύω», μου είπε ένας φίλος πρόσφατα. Είναι αλήθεια ότι οι παλιότεροι εργαζόμενοι δεν είμαστε τόσο εξοικειωμένοι με την ορολογία του μάνατζμεντ, που χρησιμοποιεί πολλά ακρωνύμια αγγλιστί, προσδίδοντας έναν αναντίρρητο τόνο επισημότητας στη διαδικασία. Ανατρέχοντας στο διαδίκτυο, είδα ότι πρόκειται για μια διαδικασία με τα αρχικά «Πλάνο Βελτίωσης Απόδοσης», στην οποία βάζει τον εργαζόμενο το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού (H.R.!) μιας μεγάλης συνήθως εταιρείας, όταν εκτιμά ότι η απόδοσή του πέφτει κάτω από τις προσδοκίες της. Περιλαμβάνει καταγραφή σημείων υστέρησης, χρονοδιάγραμμα μετρήσεων συγκεκριμένων δεικτών, συναντήσεις ανατροφοδότησης και τελική έκθεση για τον εργαζόμενο. Οι εταιρείες αυτές συνήθως έχουν συνεχείς εξάμηνες αξιολογήσεις προσωπικού που τα αποτελέσματά τους συνδέονται με την εργασιακή και μισθολογική εξέλιξη του εργαζόμενου. Όμως το P.I.P. δεν ανήκει σε αυτές αλλά συνήθως τεκμηριώνει… την απόλυση του. «Αν καταλάβετε ότι είναι προσχηματικό και η απόλυση είναι προδιαγεγραμμένη» γράφουν οι ειδικοί συμβουλεύοντας τον εργαζόμενο «αναζητήστε νέα εργασία ή διαπραγματευτείτε οικειοθελή αποχώρηση με αποζημίωση»… Κι αν δεν κατανοείτε την έννοια της προσχηματικότητας, τι άλλο παρά αυτό αποδεικνύεται όταν ο εργαζόμενος κατηγορείται για «ανεπάρκεια» γενικά ή «έλλειψη αυτοπεποίθησης», με αιτιολογία το ότι κάνει πολλές ερωτήσεις στον νέο προϊστάμενό του;

Κάποιοι θα έλεγαν ότι ο εργαζόμενος βιώνει «mobbing», ηθική παρενόχληση, στον χώρο εργασίας με σκοπό την απομόνωση, την ταπείνωση και την παραίτησή του. Αλλά οι παραπάνω διαδικασίες δεν αποτελούν εξαίρεση. Φαίνεται να ακολουθούν πιστά τη μεθοδολογία της αξιολόγησης και να αποτελούν επίσημο εργαλείο διοίκησης προσωπικού.

«Μα δεν πρέπει να αξιολογούνται οι εργαζόμενοι από τον εργοδότη για το πόσο ‘‘καλοί’’ είναι στη δουλειά τους;» εξανίστανται τα ΜΜΕ. Η επιχείρηση δεν αξιολογεί κάποιον γενικά, αλλά μετρά το πόσο ευθυγραμμίζεται με τα πρότυπα που της εξασφαλίζουν ανταγωνισμό και υπερκέρδη. Αυτό σημαίνει για παράδειγμα ότι δευτερευόντως την ενδιαφέρει αν ένα προϊόν ή μια υπηρεσία είναι κοινωνικά χρήσιμη. Σίγουρα επίσης θέλει να εμφανίζει τις απολύσεις και τη συνεχή ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις σαν απόρροια «δίκαιης, αξιοκρατικής» επιλογής. Με άλλα λόγια να ενοχοποιήσει τον ίδιο τον εργαζόμενο, εσωτερικεύοντάς του την αποτυχία. Γιατί η λογική της αξιολόγησης, παρά τα λεγόμενα περί αντιθέτου, δεν αποσκοπεί στη βελτίωση των εργαζόμενων αλλά στη διαμόρφωση του χώρου των «ατάλαντων, ανεπαρκών, άχρηστων» και στη χειραγώγηση των υπολοίπων κάτω από το φόβο μήπως βρεθούν εκεί.

Εργαζόμενοι στο μικροσκόπιο: καταγραφή σημείων υστέρησης, μετρήσεις συγκεκριμένων δεικτών, χρονοδιάγραμμα, συναντήσεις ανατροφοδότησης

«Το πολιτισμικό ιδεώδες» των εταιρειών στον «νέο καπιταλισμό», κατά τον Ρίτσαρντ Σένετ (Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού), φθείρει τους ανθρώπους. Η νέα εκδοχή του ταλέντου δε συνδέεται με το περιεχόμενο της δουλειάς. Αλλά με την ευελιξία, την απόκτηση γρήγορα των νέων δεξιοτήτων που απαιτεί η αγορά κι όχι την ολοκληρωμένη γνώση, τις «δοσοληψίες» στην ομάδα εργασίας κι όχι τις σταθερές σχέσεις και την αμοιβαιότητα, τη διαχείριση της επιφάνειας των πραγμάτων κι όχι τη βαθύτερη κατανόησή τους. Όλα τα δεύτερα απαιτούν χρόνο, εμπιστοσύνη, αφοσίωση, σταθερότητα. Όμως ειδικά σήμερα η αστάθεια αποτελεί τη μεγαλύτερη σταθερά του καπιταλισμού. Και το κεφάλαιο απαιτεί τη διαμόρφωση μιας εργατικής δύναμης που να προσαρμόζεται γρήγορα. Να έχει «δυνητικές ικανότητες» κι όχι κυρίως παρελθούσα εμπειρία. Η δυνητική ικανότητα επικεντρώνεται στο «εγώ» που αποκρύβει τη σχέση του με τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και την κοινωνική του θέση. Η δήλωση «δεν έχεις δυνατότητες» είναι πολύ πιο συντριπτική από «τα έκανες θάλασσα». Μαζί με το άγχος του χρόνου, διαμορφώνει βραχυπρόθεσμες συνειδήσεις και στάσεις και καθιστά το «εγώ» σανίδα σε μια θάλασσα ατομικισμού σε βάρος κάθε ανατρεπτικής συλλογικής διεκδίκησης. Ο καπιταλισμός για να αυξήσει την κερδοφορία και την κυριαρχία του, ψαλιδίζει όμως τα πόδια του…

«… Τούτη η θητεία δεν τελειώνει πουθενά» τραγουδούσε ο Μιχάλης Μενιδιάτης για την ταινία Happy Day του Παντελή Βούλγαρη (1976). Στη Μακρόνησο, που τη δέρνουν οι άνεμοι και την καίει ο ήλιος, προετοιμάζουν την υποδοχή της «μεγάλης του Έθνους μητέρας», ενώ ακούγεται αγγλιστί ότι η μετάνοια είναι η ωραιότερη πράξη του ανθρώπου.

Σήμερα οι εργαζόμενοι καλούνται να δεχθούν την ταπείνωση τους δίπλα στη λιτότητα ως διαδικασία βελτίωσης του εργασιακού τους ήθους. Δύσκολοι καιροί… Ας κρατήσουμε ωστόσο την τελευταία στροφή του προηγούμενου τραγουδιού «Όλα τα υπάρχοντά μου έχουν καεί σιγά-σιγά, όμως μέσα δεν αλλάζει και σιγοβράζει μια φωτιά».

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 3-4 Οκτωβρίου 

 

 

 

Το πρωτότυπο άρθρο https://prin.gr/2026/10/plano/ ανήκει στο Στήλες – Άρθρα – Εφημερίδα ΠΡΙΝ .
‹ ›