
Στο ποδόσφαιρο, όπως και στη ζωή, μερικές φορές η φανέλα λέει περισσότερα απ’ όσα αντέχει να πει ένας άνθρωπος. Πριν από τον αγώνα Ρεάλ Μαδρίτης-Έλτσε, ο Μπαπέ, ο Βινίσιους και ο Κονατέ φόρεσαν τη μπλούζα που έγραφε «Todos somos caballas» (Όλοι είμαστε από τη Θέουτα). Ύστερα την σήκωσαν, κρύβοντας τις λέξεις, και τελικά την έβγαλαν. Μια μικρή κίνηση των χεριών έγινε μεγάλη κίνηση της κοινωνίας. Άλλοι είδαν άρνηση, άλλοι διαμαρτυρία, άλλοι απλώς την προσπάθεια τριών ποδοσφαιριστών να μη γίνουν πρωταγωνιστές μιας πολιτικής σύγκρουσης.
Όμως, πίσω από τη φανέλα υπήρχαν άνθρωποι. Οι κάτοικοι της Θέουτα, αλλά και οι μετανάστες που έφτασαν εκεί αναζητώντας μια ζωή που δεν τους χαρίστηκε. Άνθρωποι διαφορετικών γλωσσών, θρησκειών και καταγωγών, στριμωγμένοι στην ίδια ιστορία.
Ο Μπαπέ εξήγησε πως ήθελε να στηρίξει τη Θέουτα και τα θύματά της, αλλά και εκείνους που έχασαν τη ζωή τους μεταναστεύοντας. Δεν ήθελε, είπε, να μετρήσει τον πόνο με ζυγαριά. Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο σημαντικό σημείο της υπόθεσης. Ο ρατσισμός δεν αρχίζει μόνο όταν κάποιος προσβάλλει έναν ξένο. Μπορεί να αρχίσει όταν αποφασίζουμε ότι ο πόνος του ενός αξίζει περισσότερο από τον πόνο του άλλου.
Ο Βινίσιους γνωρίζει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να σε αντιμετωπίζουν ως ξένο και να σε μειώνουν εξαιτίας της καταγωγής ή του χρώματός σου. Ο Κονατέ και ο Μπαπέ βρέθηκαν, μαζί του, μπροστά στο ίδιο δύσκολο ερώτημα: μπορεί ένα ποδόσφαιρο που μιλά για ενότητα να τους χωράει όλους;
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε μια φανέλα. Βρίσκεται στον άνθρωπο που τη φορά. Γιατί όταν η μπάλα σταματά, μένει το ερώτημα ποιοι θεωρούνται δικοί μας και ποιοι πρέπει ακόμη να αποδείξουν ότι ανήκουν εδώ.
Χριστόφορος Καψάλης

