Η εύθραυστη εκεχειρία του τελευταίου μήνα ανάμεσα στο Ιράν από τη μία πλευρά και τις Ηνωμένες Πολιτείες με το Ισραήλ από την άλλη μοιάζει να πλησιάζει στο τέλος της. Η αδυναμία επίτευξης έστω και προσωρινής συμφωνίας και οι συνεχιζόμενες εντάσεις στα Στενά του Ορμούζ τροφοδοτούν ξανά σενάρια επανέναρξης της σύγκρουσης
Και η επιλογή αυτή φέρεται να συνδεόταν άμεσα με έναν δεύτερο παράγοντα, την εξάντληση των αμερικανικών αποθεμάτων πυραύλων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν περίπου 1.100 πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, αριθμός που προσεγγίζει το σύνολο των διαθέσιμων αποθεμάτων τους. Παράλληλα, εκτοξεύθηκαν πάνω από 1.000 πύραυλοι Tomahawk — περίπου δεκαπλάσιος αριθμός από την ετήσια παραγωγή τους — καθώς και περισσότεροι από 1.300 αναχαιτιστικοί πύραυλοι Patriot, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περισσότερο από δύο χρόνια παραγωγής με τους σημερινούς ρυθμούς. Οι αριθμοί αυτοί αρχίζουν να προκαλούν σοβαρό προβληματισμό όχι μόνο στο Πεντάγωνο αλλά και στους ευρωπαίους συμμάχους/πελάτες της Ουάσιγκτον. Οι σύμμαχοι αυτοί έχουν ήδη δαπανήσει δισεκατομμύρια δολάρια για την αγορά αμερικανικών εξοπλισμών για λογαριασμό της Ουκρανίας. Είναι επόμενο συνεπώς να υπάρχει έντονη ανησυχία για το ενδεχόμενοι οι παραδώσεις να καθυστερήσουν ή να μην πραγματοποιηθούν ποτέ, καθώς ο αμερικανικός στρατός θα χρειαστεί τα ίδια αποθέματα για να αναπληρώσει τις δικές του απώλειες, ένας φόβος που θα ενταθεί ακόμη περισσότερο αν ο Τραμπ αποφασίσει την επανέναρξη των εχθροπραξιών με το Ιράν. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή η αμερικανική αμυντική βιομηχανία δυσκολεύεται να αυξήσει γρήγορα την παραγωγή. Η Lockheed Martin παράγει σήμερα περίπου 650 πυραύλους Patriot τον χρόνο. Ακόμη κι αν επιτευχθεί ο στόχος αύξησης της παραγωγής στις 2.000 μονάδες ετησίως, θα χρειαστούν χρόνια για να καλυφθεί το κενό που δημιούργησε ο πόλεμος. Αυτό είναι το στρατηγικό δίλημμα που αρχίζει πλέον να διαμορφώνεται για τον Τραμπ. Αν η εκεχειρία τελικά καταρρεύσει και η σύγκρουση ξαναρχίσει σε πλήρη κλίμακα, οι ΗΠΑ θα βρεθούν μπροστά σε μια εξαιρετικά δυσάρεστη πραγματικότητα. Θα χρειαστεί να καταναλώσουν ακόμη περισσότερα κρίσιμα πυρομαχικά απέναντι σε έναν αντίπαλο που αποδεικνύεται πολύ πιο ανθεκτικός απ’ όσο υπολόγιζαν οι αρχικές εκτιμήσεις. Και βέβαια το πρόβλημα της Ουάσιγκτον έχει πολύ ευρύτερες διαστάσεις. Η ανάγκη διατήρησης πυραυλικών αποθεμάτων για ενδεχόμενη σύγκρουση με την Κίνα ή ακόμη και με τη Βόρεια Κορέα επηρεάζει άμεσα τις αποφάσεις του Πενταγώνου. Αμερικανοί στρατιωτικοί αναλυτές γνωρίζουν ότι μια παρατεταμένη αναμέτρηση στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να αποδυναμώσει σοβαρά την ικανότητα των ΗΠΑ να ανταποκριθούν σε άλλες παράλληλες κρίσεις υψηλής έντασης στον Ειρηνικό. Εδώ μάλλον βρίσκεται και η σημασία των τελευταίων εκθέσεων των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Δεν αμφισβητούν απλώς το αφήγημα περί «συντριβής» του Ιράν αλλά συνολικά την υπόθεση πάνω στην οποία στηρίχθηκε η στρατηγική του Λευκού Οίκου. Το ότι μια γρήγορη και συντριπτική επίδειξη αμερικανικής ισχύος θα αρκούσε για να κάμψει στρατιωτικά και πολιτικά την Τεχεράνη. Έναν μήνα μετά την εκεχειρία, η εικόνα που αναδύεται είναι πολύ διαφορετική. Το Ιράν παραμένει τραυματισμένο αλλά ακόμα ικανό να αντισταθεί, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν αποκλεισμένα και η Ουάσιγκτον μοιάζει όλο και περισσότερο παγιδευμένη σε μια σύγκρουση που εξελίσσεται σε σοβαρό τεστ αντοχής όχι μόνο για το Ιράν αλλά και για την ίδια.Δύσκολες επιλογές για τον Τραμπ και το Πεντάγωνο
Λιγότερο απο 1 λεπτό
Διάρκεια άρθρου:
Λεπτά
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Neostrategy.gr .


