Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Η Ευρώπη ανακαλύπτει τον προστατευτισμό

Για δεκαετίες, η Γερμανία υπήρξε ο μεγαλύτερος ευρωπαίος υπερασπιστής του ελεύθερου εμπορίου με την Κίνα

Οι δασμοί μπορούν να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση σε βιομηχανίες που αντιμετωπίζουν έντονο ανταγωνισμό. Δεν μπορούν όμως από μόνοι τους να καλύψουν το τεχνολογικό χάσμα, να μειώσουν το ενεργειακό κόστος ή να εξασφαλίσουν επενδύσεις σε νέες παραγωγικές δυνατότητες.

Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Επί χρόνια, μεγάλοι ευρωπαϊκοί όμιλοι επέμειναν στην κερδοφορία των συμβατικών κινητήρων, καθυστερώντας την προσαρμογή τους στην ηλεκτροκίνηση. Οι κινεζικές επιχειρήσεις, αντίθετα, επένδυσαν συστηματικά στις μπαταρίες και στην ανάπτυξη ηλεκτρικών οχημάτων, αξιοποιώντας κρατική στήριξη αλλά και έντονο ανταγωνισμό στην εγχώρια αγορά.

Το κοινωνικό κόστος, ωστόσο, ξεπερνά κατά πολύ τις διαγραφόμενες νέες αυξήσεις στις τιμές των αυτοκινήτων. Για εκατομμύρια Ευρωπαίους, η ακρίβεια στην ενέργεια, στη στέγη και στα βασικά αγαθά έχει ήδη περιορίσει δραστικά το διαθέσιμο εισόδημα. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, μια βιομηχανική πολιτική που θα εξασφαλίζει νέες ενισχύσεις και προστασία στους μεγάλους ομίλους, χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις για τους μισθούς, την απασχόληση και το ενεργειακό κόστος των νοικοκυριών, απειλεί μόνο να βαθύνει τις κοινωνικές ανισότητες. Οι εργαζόμενοι μάλιστα κινδυνεύουν να πληρώσουν δύο φορές: ως καταναλωτές για την ακρίβεια και ως φορολογούμενοι για τη διάσωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων.

Μια Ευρώπη με διαφορετικά συμφέροντα

Παρά τη γαλλογερμανική σύμπλευση, η ΕΕ απέχει σημαντικά ακόμα από μια ενιαία στρατηγική απέναντι στην Κίνα. Η Ισπανία επιδιώκει να προσελκύσει κινεζικές επενδύσεις στην αυτοκινητοβιομηχανία και στις νέες τεχνολογίες. Η Ουγγαρία έχει επίσης αναπτύξει στενές σχέσεις με κινεζικούς βιομηχανικούς ομίλους. Για τις χώρες αυτές, η κινεζική παρουσία μπορεί να σημαίνει νέες παραγωγικές μονάδες, θέσεις εργασίας και τεχνολογικές επενδύσεις.

Αυτή η διαφοροποίηση αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν έχουν ταυτόσημα συμφέροντα, ενώ η ίδια η Κίνα παραμένει σημαντικός προμηθευτής πρώτων υλών, εξαρτημάτων και βιομηχανικού εξοπλισμού για επιχειρήσεις της ΕΕ. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, απορρίπτει τις ευρωπαϊκές κατηγορίες περί αθέμιτου ανταγωνισμού και επιδιώκει τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης Χε Λιφένγκ επανέλαβε την Τετάρτη την πρόθεση της χώρας του να διατηρήσει σταθερές τις εμπορικές σχέσεις με την Ευρώπη.

Η ευρωπαϊκή μεταστροφή συνδέεται επίσης με τις αλλαγές στο παγκόσμιο εμπόριο μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Οι αμερικανικοί δασμοί περιορίζουν την πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ και ενισχύουν τις ανησυχίες για μεταφορά κινεζικών εξαγωγών προς την Ευρώπη. Η ΕΕ βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με πιέσεις και από τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, χωρίς να διαθέτει ακόμη τα εργαλεία μιας πραγματικά κοινής βιομηχανικής πολιτικής.

Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη θα αξιοποιήσει την κρίση για να ανασυγκροτήσει την παραγωγική της βάση ή εάν θα περιοριστεί στην προστασία των μεγάλων ομίλων που κυριάρχησαν στο προηγούμενο οικονομικό μοντέλο. Από τις γερμανικές Volkswagen, BMW και Mercedes-Benz μέχρι τη γαλλοϊταλική Stellantis και τη γαλλική Renault, οι παραδοσιακές αυτοκινητοβιομηχανίες καλούνται να αντιμετωπίσουν την τεχνολογική πρόοδο των κινεζικών ανταγωνιστών τους.

Στον ενεργειακό τομέα, όμιλοι όπως η γαλλική TotalEnergies, η ιταλική Eni και η βρετανική BP εξακολουθούν να αντλούν μεγάλο μέρος των κερδών τους από τα ορυκτά καύσιμα, παρά τις διαφορετικές στρατηγικές που ακολουθούν στην ενεργειακή μετάβαση. Η γερμανική BASF, ένας από τους μεγαλύτερους χημικούς ομίλους παγκοσμίως, και η πολυεθνική χαλυβουργία ArcelorMittal επικαλούνται το υψηλό ενεργειακό κόστος και τον διεθνή ανταγωνισμό για να δικαιολογήσουν μαζικές περικοπές θέσεων εργασίας. Οι ίδιες δηλαδή επιχειρήσεις που επί δεκαετίες αποκόμιζαν τα κέρδη του ευρωπαϊκού βιομηχανικού μοντέλου ζητούν τώρα κρατική στήριξη για να αντιμετωπίσουν την κρίση του, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να μεταφερθεί και πάλι το μεγαλύτερο μέρος του κόστους στους εργαζομένους.

Η προστασία αυτών των επιχειρήσεων χωρίς δεσμεύσεις για νέες παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση, ενεργειακή μετάβαση και διατήρηση θέσεων εργασίας κινδυνεύει απλώς να παρατείνει τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού βιομηχανικού μοντέλου ρίχνοντας και πάλι τα βάρη στην κοινωνία. Η Κίνα έχει ήδη αλλάξει τους όρους του παγκόσμιου βιομηχανικού ανταγωνισμού. Η Ευρώπη αρχίζει να το αναγνωρίζει, αλλά η αναγνώριση της νέας πραγματικότητας απέχει ακόμη πολύ από τη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής απάντησης.

Το πρωτότυπο άρθρο https://neostrategy.gr/i-evropi-anakalyptei-ton-prostateftismo/ ανήκει στο Neostrategy.gr .

‹ ›