
Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ
Η βασική πηγή του κόστους βρίσκεται στο εμπόριο. Η συμφωνία που ακολούθησε το Brexit διατήρησε τους περισσότερους δασμούς στο μηδέν. Δεν απέτρεψε όμως την επιστροφή μιας σειράς εμποδίων που δεν υπήρχαν όσο η χώρα συμμετείχε στην ενιαία αγορά. Τελωνειακές δηλώσεις, υγειονομικοί έλεγχοι, νέοι κανονισμοί και πρόσθετη γραφειοκρατία αύξησαν το κόστος συναλλαγών με τη μεγαλύτερη αγορά που βρίσκεται δίπλα στη Βρετανία. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Centre for European Reform, οι βρετανικές εξαγωγές προς την ΕΕ είναι περίπου 12% χαμηλότερες απ’ ό,τι θα ήταν χωρίς το Brexit, ενώ οι εισαγωγές έχουν μειωθεί κατά 16%. Ιδιαίτερα έντονο ήταν το πλήγμα στον αγροτικό και διατροφικό τομέα, όπου οι εξαγωγές υποχώρησαν σχεδόν κατά 30%. Για πολλές μικρές επιχειρήσεις, το πρόσθετο κόστος και οι καθυστερήσεις στα σύνορα κατέστησαν την ευρωπαϊκή αγορά πολύ λιγότερο ελκυστική. Το Λονδίνο υπέγραψε έκτοτε 39 εμπορικές συμφωνίες που καλύπτουν 72 χώρες. Ωστόσο ούτε οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του Brexit υποστηρίζουν πλέον ότι αυτές αντιστάθμισαν τις απώλειες από την απομάκρυνση από την ευρωπαϊκή αγορά. Η πραγματικότητα παραμένει αμετάβλητη: η ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της χώρας και αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 40% του συνολικού βρετανικού εμπορίου. Καμία πτυχή του Brexit δεν ήταν πολιτικά πιο σημαντική από το μεταναστευτικό. Η εκστρατεία υπέρ της εξόδου επένδυσε σε μεγάλο βαθμό στην υπόσχεση ότι η Βρετανία θα ανακτούσε τον έλεγχο των συνόρων της και θα περιόριζε τη μετανάστευση. Δέκα χρόνια αργότερα, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η ελεύθερη μετακίνηση εργαζομένων από την Ευρώπη πράγματι τερματίστηκε. Ωστόσο η βρετανική οικονομία εξακολούθησε να χρειάζεται εργατικό δυναμικό. Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση της μετανάστευσης από χώρες εκτός Ευρώπης, μεταβάλλοντας τη σύνθεση των νέων αφίξεων χωρίς να μειώνεται απαραίτητα ο συνολικός αριθμός τους. Ταυτόχρονα, το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS), η κοινωνική φροντίδα, η γεωργία, η μεταποίηση τροφίμων και η εστίαση βρέθηκαν αντιμέτωπα με σοβαρές ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού και αυξημένο κόστος λειτουργίας. Με άλλα λόγια, η πιο εμβληματική πολιτική υπόσχεση του Brexit αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη στην εφαρμογή απ’ όσο φαινόταν το 2016. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πλέον μια κοινωνία αισθητά πιο επιφυλακτική απέναντι στην επιλογή που έκανε πριν από δέκα χρόνια. Ένα αυξανόμενο ποσοστό Βρετανών θεωρεί ότι το Brexit εξελίχθηκε χειρότερα απ’ όσο περίμενε, ενώ περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν πως θα στήριζαν σήμερα μια επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρ’ όλα αυτά, κανένα από τα μεγάλα κόμματα δεν εμφανίζεται πρόθυμο να ανοίξει ξανά τη συζήτηση για επανένταξη. Το πολιτικό κόστος θεωρείται ακόμη υψηλό, ενώ ούτε στις Βρυξέλλες υπάρχει ιδιαίτερη διάθεση για μια νέα μακρά διαπραγμάτευση. Ίσως γι’ αυτό η μεγαλύτερη απώλεια να είναι εκείνη που δεν αποτυπώνεται σε στατιστικούς πίνακες. Δεν είναι εύκολο να υπολογιστούν οι επενδύσεις που δεν έγιναν, οι επιχειρήσεις που εγκαταστάθηκαν αλλού, οι θέσεις εργασίας που δεν δημιουργήθηκαν ή οι πολιτικές δυνάμεις που αναλώθηκαν επί μία δεκαετία προσπαθώντας να διαχειριστούν τις συνέπειες μιας απόφασης που υποτίθεται ότι θα έλυνε ένα πρόβλημα και όχι να δημιουργήσει νέα. Δέκα χρόνια μετά, το Brexit δεν μοιάζει με το τέλος μιας ιστορικής εκκρεμότητας αλλά με την αρχή μιας νέας περιόδου αβεβαιότητας. Και αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο συμπέρασμα για όσους υποσχέθηκαν ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα έφερνε στη Βρετανία μεγαλύτερο έλεγχο, σταθερότητα και ευημερία.Η υπόσχεση των συνόρων
Το κόστος που δεν μετριέται



