Εσωκομματικές τριβές προκαλεί η υπόθεση του διορισμού του Μακάριου Λαζαρίδη, με τον Στέλιο Πέτσα να εκφράζει δημόσια επιφυλάξεις, ζητώντας ξεκάθαρες απαντήσεις και ασκώντας παράλληλα κριτική στον τρόπο διαχείρισης του θέματος.
Μιλώντας στο OPEN, λίγο μετά από σχετική τοποθέτηση του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, ο Στέλιος Πέτσας ξεκαθάρισε πως διακρίνει δύο διαφορετικές διαστάσεις στην υπόθεση. Την ουσία της καταγγελίας και τον τρόπο που αυτή αντιμετωπίστηκε επικοινωνιακά.
Ο βουλευτής της ΝΔ στάθηκε κυρίως στην ανάγκη επίσημης διευκρίνισης από το αρμόδιο υπουργείο, τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Όσον αφορά την ουσία, το ζήτημα που περιμένει απάντηση είναι με ποια διαδικασία προσελήφθη το 2007 ο Μακάριος Λαζαρίδης. Και περιμένω επίσημη απάντηση και όχι εκτίμηση. Περιμένω από το υπουργείο Παιδείας, στο οποίο φέρεται να είχε προσληφθεί το 2007, να μας πει επισήμως με ποια διαδικασία προσελήφθη και τι δικαιολογητικά του ζητήθηκαν προκειμένου να οριστικοποιηθεί ο διορισμός του. Αυτό είναι το βασικό θέμα ουσίας».
Παράλληλα, σημείωσε ότι πρόκειται για ζήτημα που αφορά συνάδελφό του στη Βουλή, υπογραμμίζοντας πως η επίσημη τοποθέτηση του υπουργείου είναι απαραίτητη για να δοθούν οριστικές απαντήσεις.
Ωστόσο, ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στον τρόπο που εξελίχθηκε η δημόσια διαχείριση της υπόθεσης, ασκώντας σαφή κριτική: «Από την άλλη, το θέμα της επικοινωνίας πάει όλο λάθος. Ο κύριος Λαζαρίδης δεν είναι ένα άγνωστο δημόσιο πρόσωπο. Είχε μία μεγάλη διαδρομή ως δημοσιογράφος και από το 2016 είχε αναλάβει συγκεκριμένες θέσεις ευθύνης στη Νέα Δημοκρατία, από διευθυντής Γραφείου Τύπου του Μητσοτάκη κτλ. Το ζήτημα της διαχείρισης είναι σημαντικό. Ξέραμε πολλά σημεία του βιογραφικού του, δεν γίνεται να πέφτουμε από τα σύννεφα και να μην υπάρχει επίσημη τοποθέτηση μετά από 5 ημέρες».
Σε ερώτηση αν η κριτική του αφορά και την κυβέρνηση, απάντησε χωρίς περιστροφές: «σαφέστατα», επιμένοντας στην ανάγκη για καθαρή στάση. Όπως ανέφερε, «Περιμένω επίσημη τοποθέτηση. Πριν από το Πάσχα είχαμε μια ενημέρωση ότι το υπ. Παιδείας θα τοποθετηθεί», ενώ κατέληξε επαναλαμβάνοντας ότι «στο ζήτημα της επικοινωνίας πήγαν όλα λάθος».


