
Μιχάλης Παπαμακάριος
Καθαρό το έλλειμα πολιτικής πρότασης και αντίστοιχων σχηματισμών που θα δώσουν διέξοδο αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα
Η ορμητική εισβολή νεανικών και εργατικών-λαϊκών μαζών στο προσκήνιο, σε αρκετές χώρες, αποτελεί το σημαντικότερο και πιο ελπιδοφόρο στοιχείο της περιόδου. Η επιστροφή του «πεζοδρομίου», ιδιαίτερα δυναμική σε αρκετές περιπτώσεις, φαίνεται να σπάει το κλίμα της απαισιοδοξίας του «τίποτα δεν γίνεται», του «οι πάνω είναι παντοδύναμοι». Κλίμα που, πέραν της πραγματικής διάστασης των μέχρι τώρα αρνητικών πολιτικών συσχετισμών, προβάλλεται και αναπαράγεται και ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία αιώνιας ισχύος. Όχι μόνο από τις κυβερνήσεις και τα ΜΜΕ των μεγιστάνων του χρήματος, αλλά και από μια σειρά πολιτικές δυνάμεις, κάποιες και φιλολαϊκού χαρακτήρα, ακόμη και αριστερές ή «αριστερές», οι οποίες με αυτό το τρόπο δικαιολογούν τη στάση τους.
Μπορεί η σπίθα που «έβαλε φωτιά στο κάμπο» να είναι ανά περίπτωση διαφορετική – το στεγαστικό στην Ισπανία, η κατάσταση της εκπαίδευσης στη Γαλλία, τα «Τέμπη» στη Σερβία ή το ξεπούλημα και η διαφθορά στην Αλβανία – ωστόσο πίσω της βρίσκεται η γενικευμένη και συσσωρευμένη νεανική και εργατική, λαϊκή δυσαρέσκεια, οι επιπτώσεις του πολέμου (χαρακτηριστικές στο καυτό θέμα της ενέργειας), η ακρίβεια, η φτωχοποίηση και η διαφθορά. Πάνω από όλα, η διαίσθηση μιας ολόκληρης γενιάς διεθνώς, που κατανοεί ολοένα και περισσότερο ότι ο σύγχρονος ολοκληρωτικός καπιταλισμός όχι μόνο δεν έχει θέση για τις ανάγκες και τα όνειρα της, αλλά ότι πρόκειται και να την καλέσει «να βάλει το χακί» και να πεθάνει για εχθρικά ιδανικά και αξίες. Η απάντηση των κυβερνήσεων, με αναβαθμισμένη καταστολή και απαγορεύσεις, δείχνει το φόβο των αστικών τάξεων από τη δυνατότητα να «ραγίσει ο τοίχος» του ΤΙΝΑ.
«Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί», λοιπόν, που λέει και το τραγούδι. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οξύνουν την πολιτική κρίση και μπαίνουν σφήνα στην προσπάθεια αντιδραστικής ανασυγκρότησης του αστικού πολιτικού συστήματος. Στην Ισπανία, η κυβέρνηση Σάντσεθ έπεσε κάτω από το βάρος των τεράστιων διαδηλώσεων για τη στέγη, καθώς δεν μπορούσε στοιχειωδώς να καλύψει τις διεκδικήσεις των μαζών. Μπορεί να μην έπεσε με τον τρόπο που θα ήθελε η αντικαπιταλιστική και κομμουνιστική αριστερά και σίγουρα η προκήρυξη πρόωρων εκλογών αποτελεί ελιγμό του συστήματος, αλλά σε κάθε περίπτωση το να υπάρχει κυβερνητική κρίση κάτω από την πίεση ενός μαζικού κινήματος που ζητάει νίκες και κατακτήσεις δεν είναι κάτι ασήμαντο.
Αλλά και στη Γαλλία, το κινηματικό και απεργιακό τσουνάμι, που φαίνεται ότι συνεχίζεται με ορόσημο την 5η του Νοέμβρη, φαίνεται να «καίει» οριστικά τον Μακρόν και να χαλάει τα σχέδια της ακροδεξιάς, που προσδοκούσε έναν εκλογικό περίπατο για την ανάληψη της προεδρίας. Τώρα, η γαλλική ακροδεξιά το μόνο που τάζει στις εξεγερμένες μάζες της νεολαίας και στην εργατική τάξη είναι «νόμο και τάξη», δηλαδή περισσότερη καταστολή, κάτι που ήδη κάνει ο Μακρόν και η ομοϊδεάτισσα της Λεπέν, Μελόνι, με την εμπλοκή του στρατού στην αντιμετώπιση των διαδηλώσεων. Κατά μία έννοια και ο εκλογικός σεισμός στη Σερβία, ανεξάρτητα από τη θολή φυσιογνωμία της «Φοιτητικής Λίστας», έρχεται να υπογραμμίσει τη δυνατότητα ενός πραγματικά μαζικού κινήματος να διαμορφώσει πολιτικές αλλά και εκλογικές εξελίξεις.
Αυτό που φαίνεται ολοένα και πιο καθαρά, ειδικά σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία και με αναλογίες σχεδόν παντού, είναι το έλλειμα μιας πολιτικής πρότασης και αντίστοιχων πολιτικών σχηματισμών που θα δώσουν διέξοδο αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα, ώστε να ανατραπεί η εφαρμοσμένη πολιτική και να νικήσει ο αγωνιζόμενος κόσμος. Μιας πρότασης που θα σπάει τα ολοένα και πιο περιοριστικά όρια του συστήματος.
Κομμουνιστική Απελευθέρωση και ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλουν να εκφράσουν και να μπουν μπροστά στην αναγκαία εργατική-λαϊκή-νεανική αντεπίθεση
Μόνο τυχαία δεν είναι και στην περίπτωση της Ελλάδας η τρομολαγνεία και αστυνομοκρατία που αναπτύχθηκε μπροστά στις πανεκπαιδευτικές κινητοποιήσεις της 21ης Οκτώβρη, οι οποίες ήταν μαζικές, μαχητικές και έδειξαν ότι δεν ισχύει το «ο κόσμος δεν τραβάει». Η κυβέρνηση Μητσοτάκη φοβάται ένα ξέσπασμα εργαζόμενων και νεολαίας μέσα σε ένα καθεστώς ακρίβειας, ενεργειακής και όχι μόνο φτώχειας και εκτεταμένης διαφθοράς. Και είναι ακριβώς αυτόν τον φόβο που καλούμαστε να πραγματοποιήσουμε. Η Κομμουνιστική Απελευθέρωση και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλουν να σημάνουν, να εκφράσουν και να μπουν μπροστά στην αναγκαία εργατική-λαϊκή-νεανική αντεπίθεση ανατροπής της κυβέρνησης και της πολιτικής του κεφαλαίου, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, σπάζοντας το παραλυτικό κλίμα της μακράς προεκλογικής αναμονής. Ξεσκεπάζοντας τη βαθιά συναίνεση και συνενοχή της αστικής αντιπολίτευσης και την αναμονή κάθε είδους σωτήρων, αλλά και τη μακαριότητα της ρεφορμιστικής αριστεράς που μετράει έδρες, πρωτιές και ποσοστά, άλλα όχι μαχητικούς αγώνες ανατροπής «γιατί δεν είναι ακόμη ώριμες οι συνθήκες». Μέσα στο πλαίσιο μιας τέτοιας αντεπίθεσης ανατροπής – και όχι περιμένοντας την κάλπη – μπορεί να γίνει πράξη και το «να χάσει ο Μητσοτάκης» …
Μια τέτοια αντεπίθεση δεν μπορεί να την πάρει πάνω του το ΚΚΕ, το οποίο φοβάται μην τυχόν και γίνει της «Γαλλίας», «σπάσει κανένα τζάμι» γιατί θα του χρεώσουν τα σπασμένα η Βούλτεψη και ο Χρυσοχοΐδης και θα χαλάσει η προεκλογική προετοιμασία. Η στάση και συμπεριφορά του στις πρόσφατες συγκεντρώσεις ήταν χαρακτηριστική. Ιδιοκτησιακή λογική, σπρωξίματα και τραμπουκισμοί απέναντι σε απεργιακά μπλοκ σωματείων και όπου φύγει-φύγει από το Σύνταγμα μην μολυνθεί ο κόσμος από κανένα «ιό» μαχητικού αγώνα.
Αντίθετα, η σύγχρονη αντικαπιταλιστική και κομμουνιστική αριστερά με αυτοπεποίθηση από τις νέες δυνατότητες που διαμορφώνονται και διαβάζοντας «τα σημάδια των καιρών», πρέπει να βγει πλατιά στον κόσμο της εργασίας και της νεολαίας. Παραφράζοντας δε τον Τσε, να πει «μία, δύο, τρεις, πολλές Γαλλίες». Μέσα σε μια τέτοια αναταραχή μαζικού χαρακτήρα και κινήματος να συγκροτηθεί και η ίδια και το μέτωπο της σε ανώτερο βαθμό και να οικοδομηθούν οι όροι για κοινωνικές και πολιτικές νίκες και κατακτήσεις.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 31 Οκτωβρίου – 1 Νοεμβρίου 2026



