
Η απαίτηση του Ντόναλντ Τραμπ
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ αποκάλυψε μια δεύτερη συνέπεια αυτής της αλλαγής. Η Ευρώπη είναι πλέον περισσότερο εκτεθειμένη στις αναταράξεις της παγκόσμιας αγοράς LNG. Δεν χρειάζεται να διακοπεί ένας αγωγός που καταλήγει στην Ευρώπη. Αρκεί να περιοριστεί η παγκόσμια προσφορά. Οι τιμές ανεβαίνουν, Ευρώπη και Ασία ανταγωνίζονται για τα διαθέσιμα φορτία και η αναταραχή μεταφέρεται γρήγορα στην ευρωπαϊκή αγορά. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου συνδέονται πλέον στενότερα με την παγκόσμια αγορά LNG. Ο λογαριασμός είναι ήδη βαρύς. Σύμφωνα με τον επίτροπο Ενέργειας Νταν Γιέργκενσεν, η ΕΕ έχει πληρώσει μέσα στο 2026 περισσότερα από 100 δισ. ευρώ επιπλέον για την ενέργειά της χωρίς να εισαγάγει μεγαλύτερες ποσότητες πετρελαίου ή φυσικού αερίου. Οι κυβερνήσεις παρεμβαίνουν για να απορροφήσουν μέρος της επιβάρυνσης. Τα 25 από τα 27 κράτη-μέλη έχουν ήδη ανακοινώσει μέτρα περίπου 17,9 δισ. ευρώ για την αντιμετώπιση των αυξήσεων στις τιμές. Περισσότερα από τα δύο τρίτα αφορούν γενικευμένες παρεμβάσεις και όχι στοχευμένη υποστήριξη των οικονομικά πιο ευάλωτων. Οι επιδοτήσεις περιορίζουν προσωρινά την επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, χωρίς όμως να αντιμετωπίζουν τις υψηλές διεθνείς τιμές που τη δημιουργούν. Ένα μέρος του ενεργειακού κόστους μεταφέρεται έτσι στους δημόσιους προϋπολογισμούς. Και εδώ η ενεργειακή εξάρτηση αποκτά καθαρά πολιτική διάσταση. Μετά το 2022 η Ευρώπη πήρε μια σαφή απόφαση. Ήταν διατεθειμένη να πληρώσει ακριβότερα για την ενέργειά της προκειμένου να περιορίσει τη δυνατότητα της Μόσχας να χρησιμοποιεί το φυσικό αέριο ως μέσο πολιτικής πίεσης. Ως προς αυτόν τον στόχο η αλλαγή ήταν θεαματική: το μερίδιο της Ρωσίας στις εισαγωγές φυσικού αερίου της ΕΕ έπεσε από περίπου 45% σε 12%. Η ίδια επιλογή όμως αύξησε σημαντικά το ενεργειακό βάρος των ΗΠΑ στην Ευρώπη. Η Ουάσιγκτον δεν αντικατέστησε τη Μόσχα ως μοναδικός κυρίαρχος προμηθευτής – η Νορβηγία, η Βόρεια Αφρική και άλλες πηγές παραμένουν κρίσιμες. Στο LNG όμως οι ΗΠΑ απέκτησαν δεσπόζουσα θέση, παρέχοντας σχεδόν έξι στα δέκα φορτία που εισάγει η ΕΕ. Και τώρα η κυβέρνηση Τραμπ απαιτεί από τη Γαλλία και τη Γερμανία να ανοίξουν τα στρατηγικά τους αποθέματα ντίζελ και συνοδεύει το αίτημα με την απειλή περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών. Το κάνει ενώ πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές και η συγκράτηση των τιμών των καυσίμων αποτελεί εσωτερικό πολιτικό ζητούμενο στις ΗΠΑ. Η ΕΕ περιόρισε δραστικά επομένως μια ενεργειακή σχέση που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γεωπολιτικός μοχλός από τη Μόσχα, αλλά αύξησε ταυτόχρονα την εξάρτησή της από έναν άλλο μεγάλο εξωτερικό προμηθευτή. Και όταν ένας εξωτερικός προμηθευτής αποκτά τόσο μεγάλο βάρος στον ενεργειακό εφοδιασμό, αποκτά μαζί και έναν δυνητικό πολιτικό μοχλό. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν εκείνος που δημιούργησε αυτή την ευπάθεια για την Ευρώπη. Απλώς δείχνει τώρα πόσο εύκολα η ευπάθεια αυτή μπορεί να εργαλειοποιηθεί.Μια εξάρτηση καθαρά πολιτική


