Του Παύλου Ηλ. Αγιαννίδη * Πάμε, όμως, σε αυτή τη μεγάλη και σημαντική για την ελληνική ποπ ιστορία της Ταράτσας του Χίλτον, που εγκαινιάστηκε στις 21 (σημαδιακό;) και 22 Απριλίου 1963 και προσέλκυσε το διεθνές τζετ σετ, αλλά και αστέρες από το περίφημο Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, «βαρόμετρο» του ιταλικού καντσόνε. Διαβάστε επίσης:ΕΛ.Α.Σ. για Μητσοτάκη στο ΟΑΚΑ: Ο αθλητισμός δεν είναι πεδίο για προεκλογικού τύπου περιοδείες - The Press Project - Ειδήσεις, Αναλύσεις, Ραδιόφωνο, ΤηλεόρασηΟ Λιβανέζος συνθέτης και τραγουδιστής Ρικάρντο Κρέντι, που τραγουδούσε και στα γαλλικά, ήταν ο πρώτος που είχε ειδικό συμβόλαιο για την ψυχαγωγία με την αλυσίδα Χίλτον. Πρώτος σήκωσε τα ζευγαράκια της «καλής κοινωνίας» να χορέψουν τα λεγόμενα αργά «μπλουζ» στη μεγάλη πίστα. Σιγά σιγά ο Κρέντι, που είχε εγκατασταθεί πια στην Αθήνα, με τη σύζυγο και τα τρία παιδιά του, άρχισε να φέρνει και ρυθμό: «Galaxy Cha-Cha-Cha» λεγόταν ένα τραγούδι του, που έγραψε ειδικά για την Ταράτσα. Το οποίο συμπεριλήφθηκε αργότερα και στο ΕΡ άλμπουμ του «At the Athens Hilton». Ανάμεσα και το τραγούδι «Une larme/ Petrouchka» (κατά το ενημερωμένο μπλογκ diskoryxeion), με την υπογραφή στη σύνθεση του Naki Petri. Δηλαδή, του πολυγραφότατου Νάκη (Διογένη) Πετρίδη, από το Βατούμ του Καυκάσου, που μάς έχει αφήσει μεγάλες, κυρίως λαϊκές, επιτυχίες, όπως το «Πάλι θα κλάψω», οι «23 Απρίληδες», «Στα Βράχια της Πειραϊκής» με το Στέλιο Καζαντζίδη, «Το ψωμί της ξενιτιάς» κ.ά. Διαβάστε επίσης:rizospastis.gr - Η λέξη...Αυτή ήταν και η πρώτη «σύνδεση» του εγχώριου μουσικού δυναμικού με τα εισαγόμενα τραγούδια και ονόματα, κάποια από τα οποία έγραψαν λαμπρές σελίδες στο λίμπρο ντ’ όρο της ελληνικής ποπ. Εκείνη την εποχή η Ελένη Ανουσάκη είχε εξομολογηθεί ότι πήγαινε στη Ρώμη και στην ταράτσα του ξενοδοχείου Excelcior για να ακούσει – και, εν τέλει, και για να χορέψει – με τον μέγα σταρ του ιταλικού καντσόνε Σέρτζο Εντρίγκο. Όμως και εκεί έφτασαν στον Εντρίγκο τα μαντάτα για την επιτυχία της αθηναϊκής Ταράτσας, έμαθε περισσότερα από τον Κρέντι και βρέθηκε να τραγουδάει κι εκείνος στο Χίλτον, λίγο προτού να φτάσει στη Γιουροβίζιον του 1968 με το Marianne. Επιτυχίες του όπως τα Io que amo solo te, Teresa, Canzone per te. Η αρχή είχε γίνει με τον Κρέντι. Δεν ήταν τόσο δύσκολο να τον καλέσει στη δισκογραφική του εταιρεία M Plus M και να του γράψει ελληνικούς στίχους (και να τους διδάξει) ο Νίκος Μαστοράκης. Έτσι η Τερέζα, στην οποία «είχε χαρίσει ένα λουλούδι», απέκτησε ελληνική γλώσσα, έγινε 45αράκι μαζί με το «Τριαντάφυλλο του Μάη», το 1965, και ξεσήκωνε το όλο και πιο πολυάριθμο πιστό κοινό στην πίστα του Χίλτον. Διαβάστε επίσης:rizospastis.gr - Να δυναμώσει ο αγώνας ενάντια στην εμπλοκή στο μακελειόΜπα; – θα είπε μέσα της η επίσης σταρ του ιταλικού καντσόνε Τζιλιόλα Τσινκουέτι. Που είχε κερδίσει, κιόλας, στα 16 της, το 1964, το Διαγωνισμό της Γιουροβίζιον με το τολμηρό τότε Non ho l’età (δεν έχω την ηλικία, αν θέλετε, να αγαπήσω – ως ανήλικη). Κι αφού είπε «μπα;», πήρε και η Τζιλιόλα το δρόμο για την Ταράτσα του Χίλτον. Με συμμάχους της και στιχουργούς της στα ελληνικά, για τα αντίστοιχα 45αράκια, το Γιώργο Παπαστεφάνου (ή Στεφάνου) κυρίως, αλλά και το Λευτέρη Κογκαλίδη εκ Θεσσαλονίκης. Τραγούδια της στα ελληνικά, όπως τα Μα εσύ δεν μ’ αγαπάς, Μικρή Πολιτεία (Piccola Citta), σε στίχους Θάνου Τσόγκα, όπως και τα «Χαμένα όνειρα» (από την παγκόσμια επιτυχία της Μέρι Χόπκιν Those were the days, σε τσιγγάνικο ρυθμό), Σα χελιδόνι πετάς, Έλα, Κι αν βρέχει (La Pioggia), ακούστηκαν… ελληνικότατα στο Χίλτον και κυκλοφόρησαν σε 45αράκια μέχρι το 1969. Κι ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο: η νεόκοπη Ελληνική Τηλεόραση αρχίζει να δείχνει το Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο. Δείγμα κι αυτό της επιτυχίας στα μέρη μας του ιταλικού καντσόνε και των αστέρων του. To A casa d’Irene του Νίνο Φιντένκο, παγκόσμια επιτυχία, «ελληνοποιείται» και σέρνει το χορό για μια σειρά από ιταλικά καντσόνε, αλλά και γαλλικά σανσόν και βρετανικά και αμερικάνικα, που γίνονται εμβλήματα της εγχώριας ποπ, η οποία πρώτα «ελληνοποιεί» κι έπειτα ανοίγει τα φτερά της, δημιουργικά, για τη χρυσή εποχή του ελληνικού ροκ και της ποπ. Να μην ξεχάσουμε: «Μελαγχολία του Σεπτέμβρη» έγινε, τραγουδισμένο στα ελληνικά, το Melancolia του Πεπίνο Ντι Κάπρι, και ακουγόταν από τον ίδιο στην Ταράτσα, ξανά και ξανά. Στην πίσω όψη του δίσκου 45 στροφών, που υπέγραφε ως Peppino Di Capri E I Suoi Rockers, ακούγεται το «Gira… Gira…» (από το Reach Out, I’ll Be There των Αμερικανών Four Tops). Ρίτα Παβόνε, Τζιάνι Μοράντι, Αντριάνο Τσελεντάνο, Πάτι Πράβο γίνονται με τη σειρά τους «εγχώριοι» σταρ (και στα ελληνικά περιοδικά). Ενώ με το τραγούδι «4-3-1943» (την ημερομηνία της γεννήσεώς του) χειροκροτούνταν ολόθερμα και ο μέγας Λούτσιο Ντάλα, που έπαιζε εκείνη την εποχή σαξόφωνο στην αθηναϊκή «Κουΐντα». YouTubeΦόρτωση ενσωματωμένου περιεχομένουΚάντε κλικ για να επιτρέψετε και να φορτώσετε αυτό το ενσωματωμένο περιεχόμενο.[embedded content] Βίντεο: Ο Πεπίνο Ντι Κάπρι με την “Ρομπέρτα” του στην ταινία “Η Αθήνα μετά τα μεσάνυχτα” του Αριστείδη Καρύδη – Φουκς (1968) Να μην σάς πω και για τον Έρικ Κλάπτον, που το 1965 έμενε στην Κυψέλη και έπαιζε κιθάρα με το – σταρ – ελληνικό συγκρότημα Juniors, του οποίου μέλη και ο «αρχηγός» τους, Θάνος Σουγιούλ, είχαν χαθεί σε τροχαίο. Μέγας σταρ της εποχής και ο Ρόκι Ρόμπερτς, μαύρος και Αμερικανός, που έκανε καριέρα στην Ιταλία. Σουξέ του, το αγαπημένο Stasera mi butto. Εμφανιζόταν δε και στο Χίλτον, αλλά και σε άλλες πίστες της αθηναϊκής νύχτας, παρέα με την εκρηκτική μαυρούλα Λόλα Φαλάνα. Είναι η εποχή που ο Κώστας Τουρνάς εμφανίζεται με τους Teenagers (1965). Και ένα χρόνο μετά ο πολύς Ντέμης Ρούσσος με τους Vikings. Και φτάνει πάραυτα στον 13ο όροφο του Χίλτον. Εδώ ανοίγει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο: Βαγγέλης Παπαθανασίου και Ντέμης Ρούσσος. Από το 1962 ένα σχολικό συγκρότημα με το όνομα Φόρμινξ ήταν το πρώτο επιτυχημένο βήμα του μετέπειτα διεθνούς Vangelis με το οκταμελές σχήμα, στην «Αργώ» της λεωφόρου Βουλιαγμένης και – ναι – στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ Παλλάς» της Πατησίων. Το 1965, με το Jeronimo Yanka, έκαναν το μεγαλύτερο σουξέ (από τα 11 συνολικά δισκάκια τους). Ο Βαγγέλης είχε ήδη κάνει πράξη το όνειρό του: να ουρλιάξει πολύ κοντά στα μικρόφωνα τη λέξη «Τζερόνιμοοοο» στη θρυλική «Χαβάη» στη Νέα Κρήνη Θεσσαλονίκης. Εκεί, όπου ξεκίνησαν την πορεία τους και οι Olympians ως το 1966, που διαλύθηκαν. Λίγο πριν τη δικτατορία, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου έκανε την πρώτη δισκογραφική εμφάνιση με την «Orchestra di Vag. Papathanassiou», σε ένα 45άρι της δικής μας Zoe, ήτοι της Ζωΐτσας Κουρούκλη και τα επίσης ιταλικά «Ciao amore, ciao» και «Non pensare a me». Σύμφωνα με το ιστορικό έντυπο της ελληνικής μουσικής «Μοντέρνοι ρυθμοί», βρίσκουμε ξανά μετά το καλοκαίρι τον Παπαθανασίου στο Galaxy του Χίλτον, να παίζει με το τρίο Last Five: «Συνοδεύοντας τη νέγρα τραγουδίστρια Βάιολετ Μάι και την Βίλμα (κατά κόσμον, Λαδοπούλου)». Μαζί του, οι Ντέμης Ρούσσος και Λουκάς Σιδεράς. Κι έπειτα, σε κουαρτέτο, με τον κιθαρίστα Αργύρη Κουλούρη. Είναι η εποχή (τέλη του 1967, εν μέσω Χούντας) που ο Vangelis βαφτίζει το σχήμα με τον Ρούσσο και τον Σιδερά με το όνομα που έφτασε στα πέρατα της Γης: «Παιδί της Αφροδίτης» – Aphrodite’s Child. Και φεύγουν για το Λονδίνο. Ο θρύλος έχει καταγράψει ότι έφυγαν με τρένο, τον Απρίλιο του 1968 (ναι, λίγο πριν το γνωστό γαλλικό Μάη), σταμάτησαν στο Παρίσι, αφουγκράστηκαν τις εξεγέρσεις των φοιτητών κι έγραψαν το θρυλικό Rain and tears, που έκανε τεράστια επιτυχία στη Γαλλία κι έγινε σύνθημα του «Μάη» (των δακρυγόνων). Έπειτα έφυγαν για το Λονδίνο, για να ηχογραφήσουν, τελικά το 1972, το εμβληματικό άλμπουμ τους «666», με τη σημαντική συμβολή του σκηνοθέτη (του «Ρεμπέτικου») Κώστα Φέρρη και τα σπαρακτικά φωνητικά της μεγάλης Ειρήνης Παπά. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία… Στο μεταξύ, συνέχιζε να φουσκώνει το κύμα των Ιταλών ερμηνευτών στην Ελλάδα: Με τα ονόματα Φέφε (Αλιμπέρτι) και Τόνυ Πινέλλι. Α, και ενός «Γιασεμιού». Της Τζελσομίνα. Όλοι βρέθηκαν για να τραγουδήσουν στα μέρη μας, ανέβηκαν στην Ταράτσα του Χίλτον και, τελικά, έμειναν εδώ. YouTubeΦόρτωση ενσωματωμένου περιεχομένουΚάντε κλικ για να επιτρέψετε και να φορτώσετε αυτό το ενσωματωμένο περιεχόμενο.[embedded content] Η “Μελαγχολία του Σεπτέμβρη” σε ελληνικούς στίχους Νίκου Μαστοράκη (1966) Στις αθηναϊκές πίστες της εποχής, λοιπόν, αντηχούσε η παράξενη φωνή – σε σπασμένα ελληνικά – του Ιταλού Τόνυ Πινέλλι, που εκτόξευε προς τον αττικό ουρανό μεγάλες επιτυχίες: «Ανάμνησις» («Το καλοκαίρι, μαζί πηγαίναμε στην αμμουδιά») του Βαγγέλη Πιτσιλαδή σε στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου, το 1966, «Ένα πρωινό» (ή Αναμπέλ) του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιώργου Παπαστεφάνου, από τη θρυλική ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Κορίτσια στον Ήλιο», και το «Σιγά σιγά» (κι αυτό το βράδυ) του Δήμου Μούτση και του Νίκου Γκάτσου, το 1968. Πέρα από τις «ζωντανές» εμφανίσεις του σε πολλές ταινίες της εποχής, θα κρατούσα και το «Η θάλασσα μού πήρε» του Αλέκου Χρυσοβέργη, με τον οποίο έκανε και LP. Στα βήματα του Πινέλλι – και, βέβαια, στην Ταράτσα – βάδισε και ο άλλος πολύ γνωστός και από ταινίες Ιταλός, που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα (μια πληροφορία τον θέλει να είχε μέχρι πρόσφατα επιχείρηση ενοικίασης αγροτικών μηχανημάτων, έξω από την πατρίδα του, Φλωρεντία). Μιλάμε για τον Φέφε (Αλιμπέρτι στο επώνυμο), που έκανε τα δικά του σουξέ, σε ακόμη πιο καθαρά ελληνικά: «Σε ζητώ» του Σταύρου Ξαρχάκου, σε στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου, επίσης στην ταινία «Κορίτσια στον ήλιο». Ή το «Σαν με κοιτάς» των Γιάννη Σπανού και Αλέξη Αλεξόπουλου από την ταινία «Εκείνο το καλοκαίρι», το οποίο πρωτακούστηκε από τους Γιάννη Φέρτη και Αφροδίτη Μάνου, αλλά στην πίστα του Χίλτον, το 1971, χορεύτηκε με τη φωνή του Φέφε. Φινάλε, εδώ, με μια– διεθνή – επιτυχία του γλυκόλαλου Πεπίνο Ντι Κάπρι, που ξεσήκωσε κόσμο και από την ίδια σκηνή που εμφανίστηκαν οι Beatles, στην Ιταλία του 1965: «Saint-Tropez Twist». Διότι «με ένα τουίστ άναβε στη νύχτα φωτιές»… * Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος Το πρωτότυπο άρθρο https://neostrategy.gr/o-pepino-nti-kapri-kai-i-thryliki-taratsa-tou-chilton/ ανήκει στο Neostrategy.gr . 0 Facebook-messenger 0 Viber 0 Whatsapp 0 Facebook 0 Twitter 0 Telegram 0 Email
Πάμε, όμως, σε αυτή τη μεγάλη και σημαντική για την ελληνική ποπ ιστορία της Ταράτσας του Χίλτον, που εγκαινιάστηκε στις 21 (σημαδιακό;) και 22 Απριλίου 1963 και προσέλκυσε το διεθνές τζετ σετ, αλλά και αστέρες από το περίφημο Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, «βαρόμετρο» του ιταλικού καντσόνε.
Ο Λιβανέζος συνθέτης και τραγουδιστής Ρικάρντο Κρέντι, που τραγουδούσε και στα γαλλικά, ήταν ο πρώτος που είχε ειδικό συμβόλαιο για την ψυχαγωγία με την αλυσίδα Χίλτον. Πρώτος σήκωσε τα ζευγαράκια της «καλής κοινωνίας» να χορέψουν τα λεγόμενα αργά «μπλουζ» στη μεγάλη πίστα.
Σιγά σιγά ο Κρέντι, που είχε εγκατασταθεί πια στην Αθήνα, με τη σύζυγο και τα τρία παιδιά του, άρχισε να φέρνει και ρυθμό: «Galaxy Cha-Cha-Cha» λεγόταν ένα τραγούδι του, που έγραψε ειδικά για την Ταράτσα. Το οποίο συμπεριλήφθηκε αργότερα και στο ΕΡ άλμπουμ του «At the Athens Hilton».
Ανάμεσα και το τραγούδι «Une larme/ Petrouchka» (κατά το ενημερωμένο μπλογκ diskoryxeion), με την υπογραφή στη σύνθεση του Naki Petri. Δηλαδή, του πολυγραφότατου Νάκη (Διογένη) Πετρίδη, από το Βατούμ του Καυκάσου, που μάς έχει αφήσει μεγάλες, κυρίως λαϊκές, επιτυχίες, όπως το «Πάλι θα κλάψω», οι «23 Απρίληδες», «Στα Βράχια της Πειραϊκής» με το Στέλιο Καζαντζίδη, «Το ψωμί της ξενιτιάς» κ.ά.
Αυτή ήταν και η πρώτη «σύνδεση» του εγχώριου μουσικού δυναμικού με τα εισαγόμενα τραγούδια και ονόματα, κάποια από τα οποία έγραψαν λαμπρές σελίδες στο λίμπρο ντ’ όρο της ελληνικής ποπ.
Εκείνη την εποχή η Ελένη Ανουσάκη είχε εξομολογηθεί ότι πήγαινε στη Ρώμη και στην ταράτσα του ξενοδοχείου Excelcior για να ακούσει – και, εν τέλει, και για να χορέψει – με τον μέγα σταρ του ιταλικού καντσόνε Σέρτζο Εντρίγκο. Όμως και εκεί έφτασαν στον Εντρίγκο τα μαντάτα για την επιτυχία της αθηναϊκής Ταράτσας, έμαθε περισσότερα από τον Κρέντι και βρέθηκε να τραγουδάει κι εκείνος στο Χίλτον, λίγο προτού να φτάσει στη Γιουροβίζιον του 1968 με το Marianne. Επιτυχίες του όπως τα Io que amo solo te, Teresa, Canzone per te.
Η αρχή είχε γίνει με τον Κρέντι. Δεν ήταν τόσο δύσκολο να τον καλέσει στη δισκογραφική του εταιρεία M Plus M και να του γράψει ελληνικούς στίχους (και να τους διδάξει) ο Νίκος Μαστοράκης. Έτσι η Τερέζα, στην οποία «είχε χαρίσει ένα λουλούδι», απέκτησε ελληνική γλώσσα, έγινε 45αράκι μαζί με το «Τριαντάφυλλο του Μάη», το 1965, και ξεσήκωνε το όλο και πιο πολυάριθμο πιστό κοινό στην πίστα του Χίλτον.
Μπα; – θα είπε μέσα της η επίσης σταρ του ιταλικού καντσόνε Τζιλιόλα Τσινκουέτι. Που είχε κερδίσει, κιόλας, στα 16 της, το 1964, το Διαγωνισμό της Γιουροβίζιον με το τολμηρό τότε Non ho l’età (δεν έχω την ηλικία, αν θέλετε, να αγαπήσω – ως ανήλικη).
Κι αφού είπε «μπα;», πήρε και η Τζιλιόλα το δρόμο για την Ταράτσα του Χίλτον. Με συμμάχους της και στιχουργούς της στα ελληνικά, για τα αντίστοιχα 45αράκια, το Γιώργο Παπαστεφάνου (ή Στεφάνου) κυρίως, αλλά και το Λευτέρη Κογκαλίδη εκ Θεσσαλονίκης.
Τραγούδια της στα ελληνικά, όπως τα Μα εσύ δεν μ’ αγαπάς, Μικρή Πολιτεία (Piccola Citta), σε στίχους Θάνου Τσόγκα, όπως και τα «Χαμένα όνειρα» (από την παγκόσμια επιτυχία της Μέρι Χόπκιν Those were the days, σε τσιγγάνικο ρυθμό), Σα χελιδόνι πετάς, Έλα, Κι αν βρέχει (La Pioggia), ακούστηκαν… ελληνικότατα στο Χίλτον και κυκλοφόρησαν σε 45αράκια μέχρι το 1969.
Κι ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο: η νεόκοπη Ελληνική Τηλεόραση αρχίζει να δείχνει το Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο. Δείγμα κι αυτό της επιτυχίας στα μέρη μας του ιταλικού καντσόνε και των αστέρων του.
To A casa d’Irene του Νίνο Φιντένκο, παγκόσμια επιτυχία, «ελληνοποιείται» και σέρνει το χορό για μια σειρά από ιταλικά καντσόνε, αλλά και γαλλικά σανσόν και βρετανικά και αμερικάνικα, που γίνονται εμβλήματα της εγχώριας ποπ, η οποία πρώτα «ελληνοποιεί» κι έπειτα ανοίγει τα φτερά της, δημιουργικά, για τη χρυσή εποχή του ελληνικού ροκ και της ποπ.
Να μην ξεχάσουμε: «Μελαγχολία του Σεπτέμβρη» έγινε, τραγουδισμένο στα ελληνικά, το Melancolia του Πεπίνο Ντι Κάπρι, και ακουγόταν από τον ίδιο στην Ταράτσα, ξανά και ξανά. Στην πίσω όψη του δίσκου 45 στροφών, που υπέγραφε ως Peppino Di Capri E I Suoi Rockers, ακούγεται το «Gira… Gira…» (από το Reach Out, I’ll Be There των Αμερικανών Four Tops).
Ρίτα Παβόνε, Τζιάνι Μοράντι, Αντριάνο Τσελεντάνο, Πάτι Πράβο γίνονται με τη σειρά τους «εγχώριοι» σταρ (και στα ελληνικά περιοδικά).
Ενώ με το τραγούδι «4-3-1943» (την ημερομηνία της γεννήσεώς του) χειροκροτούνταν ολόθερμα και ο μέγας Λούτσιο Ντάλα, που έπαιζε εκείνη την εποχή σαξόφωνο στην αθηναϊκή «Κουΐντα».
Βίντεο: Ο Πεπίνο Ντι Κάπρι με την “Ρομπέρτα” του στην ταινία “Η Αθήνα μετά τα μεσάνυχτα” του Αριστείδη Καρύδη – Φουκς (1968)
Να μην σάς πω και για τον Έρικ Κλάπτον, που το 1965 έμενε στην Κυψέλη και έπαιζε κιθάρα με το – σταρ – ελληνικό συγκρότημα Juniors, του οποίου μέλη και ο «αρχηγός» τους, Θάνος Σουγιούλ, είχαν χαθεί σε τροχαίο.
Μέγας σταρ της εποχής και ο Ρόκι Ρόμπερτς, μαύρος και Αμερικανός, που έκανε καριέρα στην Ιταλία. Σουξέ του, το αγαπημένο Stasera mi butto. Εμφανιζόταν δε και στο Χίλτον, αλλά και σε άλλες πίστες της αθηναϊκής νύχτας, παρέα με την εκρηκτική μαυρούλα Λόλα Φαλάνα.
Είναι η εποχή που ο Κώστας Τουρνάς εμφανίζεται με τους Teenagers (1965). Και ένα χρόνο μετά ο πολύς Ντέμης Ρούσσος με τους Vikings. Και φτάνει πάραυτα στον 13ο όροφο του Χίλτον.
Εδώ ανοίγει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο: Βαγγέλης Παπαθανασίου και Ντέμης Ρούσσος. Από το 1962 ένα σχολικό συγκρότημα με το όνομα Φόρμινξ ήταν το πρώτο επιτυχημένο βήμα του μετέπειτα διεθνούς Vangelis με το οκταμελές σχήμα, στην «Αργώ» της λεωφόρου Βουλιαγμένης και – ναι – στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ Παλλάς» της Πατησίων.
Το 1965, με το Jeronimo Yanka, έκαναν το μεγαλύτερο σουξέ (από τα 11 συνολικά δισκάκια τους). Ο Βαγγέλης είχε ήδη κάνει πράξη το όνειρό του: να ουρλιάξει πολύ κοντά στα μικρόφωνα τη λέξη «Τζερόνιμοοοο» στη θρυλική «Χαβάη» στη Νέα Κρήνη Θεσσαλονίκης. Εκεί, όπου ξεκίνησαν την πορεία τους και οι Olympians ως το 1966, που διαλύθηκαν.
Λίγο πριν τη δικτατορία, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου έκανε την πρώτη δισκογραφική εμφάνιση με την «Orchestra di Vag. Papathanassiou», σε ένα 45άρι της δικής μας Zoe, ήτοι της Ζωΐτσας Κουρούκλη και τα επίσης ιταλικά «Ciao amore, ciao» και «Non pensare a me».
Σύμφωνα με το ιστορικό έντυπο της ελληνικής μουσικής «Μοντέρνοι ρυθμοί», βρίσκουμε ξανά μετά το καλοκαίρι τον Παπαθανασίου στο Galaxy του Χίλτον, να παίζει με το τρίο Last Five: «Συνοδεύοντας τη νέγρα τραγουδίστρια Βάιολετ Μάι και την Βίλμα (κατά κόσμον, Λαδοπούλου)». Μαζί του, οι Ντέμης Ρούσσος και Λουκάς Σιδεράς. Κι έπειτα, σε κουαρτέτο, με τον κιθαρίστα Αργύρη Κουλούρη.
Είναι η εποχή (τέλη του 1967, εν μέσω Χούντας) που ο Vangelis βαφτίζει το σχήμα με τον Ρούσσο και τον Σιδερά με το όνομα που έφτασε στα πέρατα της Γης: «Παιδί της Αφροδίτης» – Aphrodite’s Child. Και φεύγουν για το Λονδίνο.
Ο θρύλος έχει καταγράψει ότι έφυγαν με τρένο, τον Απρίλιο του 1968 (ναι, λίγο πριν το γνωστό γαλλικό Μάη), σταμάτησαν στο Παρίσι, αφουγκράστηκαν τις εξεγέρσεις των φοιτητών κι έγραψαν το θρυλικό Rain and tears, που έκανε τεράστια επιτυχία στη Γαλλία κι έγινε σύνθημα του «Μάη» (των δακρυγόνων).
Έπειτα έφυγαν για το Λονδίνο, για να ηχογραφήσουν, τελικά το 1972, το εμβληματικό άλμπουμ τους «666», με τη σημαντική συμβολή του σκηνοθέτη (του «Ρεμπέτικου») Κώστα Φέρρη και τα σπαρακτικά φωνητικά της μεγάλης Ειρήνης Παπά. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία…
Στο μεταξύ, συνέχιζε να φουσκώνει το κύμα των Ιταλών ερμηνευτών στην Ελλάδα: Με τα ονόματα Φέφε (Αλιμπέρτι) και Τόνυ Πινέλλι. Α, και ενός «Γιασεμιού». Της Τζελσομίνα. Όλοι βρέθηκαν για να τραγουδήσουν στα μέρη μας, ανέβηκαν στην Ταράτσα του Χίλτον και, τελικά, έμειναν εδώ.
Η “Μελαγχολία του Σεπτέμβρη” σε ελληνικούς στίχους Νίκου Μαστοράκη (1966)
Στις αθηναϊκές πίστες της εποχής, λοιπόν, αντηχούσε η παράξενη φωνή – σε σπασμένα ελληνικά – του Ιταλού Τόνυ Πινέλλι, που εκτόξευε προς τον αττικό ουρανό μεγάλες επιτυχίες: «Ανάμνησις» («Το καλοκαίρι, μαζί πηγαίναμε στην αμμουδιά») του Βαγγέλη Πιτσιλαδή σε στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου, το 1966, «Ένα πρωινό» (ή Αναμπέλ) του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιώργου Παπαστεφάνου, από τη θρυλική ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Κορίτσια στον Ήλιο», και το «Σιγά σιγά» (κι αυτό το βράδυ) του Δήμου Μούτση και του Νίκου Γκάτσου, το 1968.
Πέρα από τις «ζωντανές» εμφανίσεις του σε πολλές ταινίες της εποχής, θα κρατούσα και το «Η θάλασσα μού πήρε» του Αλέκου Χρυσοβέργη, με τον οποίο έκανε και LP.
Στα βήματα του Πινέλλι – και, βέβαια, στην Ταράτσα – βάδισε και ο άλλος πολύ γνωστός και από ταινίες Ιταλός, που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα (μια πληροφορία τον θέλει να είχε μέχρι πρόσφατα επιχείρηση ενοικίασης αγροτικών μηχανημάτων, έξω από την πατρίδα του, Φλωρεντία).
Μιλάμε για τον Φέφε (Αλιμπέρτι στο επώνυμο), που έκανε τα δικά του σουξέ, σε ακόμη πιο καθαρά ελληνικά: «Σε ζητώ» του Σταύρου Ξαρχάκου, σε στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου, επίσης στην ταινία «Κορίτσια στον ήλιο». Ή το «Σαν με κοιτάς» των Γιάννη Σπανού και Αλέξη Αλεξόπουλου από την ταινία «Εκείνο το καλοκαίρι», το οποίο πρωτακούστηκε από τους Γιάννη Φέρτη και Αφροδίτη Μάνου, αλλά στην πίστα του Χίλτον, το 1971, χορεύτηκε με τη φωνή του Φέφε.
Φινάλε, εδώ, με μια– διεθνή – επιτυχία του γλυκόλαλου Πεπίνο Ντι Κάπρι, που ξεσήκωσε κόσμο και από την ίδια σκηνή που εμφανίστηκαν οι Beatles, στην Ιταλία του 1965: «Saint-Tropez Twist». Διότι «με ένα τουίστ άναβε στη νύχτα φωτιές»…
* Ο Παύλος Αγιαννίδης είναι δημοσιογράφος