Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Σάλος από φερόμενη συνομιλία Ντόκου με Ρώσους φαρσέρ: Drones, Ουκρανία και αναφορά σε εκλογές

Η ανεξάρτητη Αρμενία και η ιστορική συνέχεια ενός εθνικού αγώνα για την αναγνώριση της ΓενοκτονίαςΗ συγκυρία αυτή θα ανέμενε κανείς να αποτελέσει ευκαιρία για την Αρμενία να υπενθυμίσει ότι η αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν αποτελεί μια συμβολική πράξη απέναντι στο παρελθόν, αλλά μια διαρκή δέσμευση απέναντι στην ιστορική αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την πρόληψη μελλοντικών εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.Εκ πρώτης όψεως, τα ερωτήματα αυτά μπορεί να φαίνονται εύλογα. Κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να επαναξιολογεί τις προτεραιότητες της εξωτερικής του πολιτικής και να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές συνθήκες.Όμως εδώ ανακύπτει ένα θεμελιώδες πρόβλημα.Τα ερωτήματα του Πασινιάν δεν αφορούν απλώς μια διπλωματική επιλογή. Αφορούν την ίδια την ιστορική διαδρομή του αρμενικού λαού μετά τη Γενοκτονία. Και όταν αυτή η ιστορική διαδρομή αποκόπτεται από το πολιτικό και ιστορικό της πλαίσιο, δημιουργούνται λανθασμένα συμπεράσματα.Το βασικό ερώτημα δεν είναι γιατί η αναγνώριση της Γενοκτονίας αναδείχθηκε σε διεθνή προτεραιότητα μετά το 1950 ή μετά το 1991.Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ διαφορετικό:Ποιος θα μπορούσε να δώσει αυτόν τον αγώνα όσο η Αρμενία δεν ήταν ελεύθερο και κυρίαρχο κράτος;Για να δοθεί απάντηση, πρέπει να επιστρέψουμε περισσότερο από έναν αιώνα πίσω.Η Γενοκτονία δεν κατέστρεψε μόνο ανθρώπινες ζωές.Διέλυσε την ιστορική παρουσία των Αρμενίων στις πατρογονικές τους εστίες και δημιούργησε μια τεράστια Διασπορά, η οποία έμελλε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις επόμενες δεκαετίες.Παρά τις ανυπέρβλητες δυσκολίες, το 1918 ιδρύθηκε η Πρώτη Δημοκρατία της Αρμενίας. Για πρώτη φορά ύστερα από αιώνες, οι Αρμένιοι διέθεταν ξανά ανεξάρτητο κράτος.Η ύπαρξή του, όμως, υπήρξε τραγικά σύντομη.Αντιμέτωπη με πολέμους, προσφυγικά κύματα, οικονομική κατάρρευση και τις ανακατατάξεις που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η νεοσύστατη δημοκρατία δεν κατάφερε να επιβιώσει. Τον Δεκέμβριο του 1920 η Αρμενία σοβιετοποιήθηκε και εντάχθηκε στη νέα σοβιετική πολιτική πραγματικότητα.Η εξέλιξη αυτή άλλαξε ριζικά όχι μόνο το πολιτικό σύστημα της χώρας, αλλά και τη δυνατότητα των Αρμενίων να διαμορφώνουν εθνική στρατηγική για τα μεγάλα ιστορικά τους ζητήματα.Η εξωτερική της πολιτική δεν χαρασσόταν στο Γερεβάν αλλά στη Μόσχα.Οι σχέσεις με την Τουρκία, η στάση απέναντι στη Δύση, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιαζόταν η ιστορία, αποτελούσαν ζητήματα που καθορίζονταν από τη σοβιετική ηγεσία.Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο που συχνά παραλείπεται στη σημερινή συζήτηση.Όταν σήμερα τίθεται το ερώτημα «γιατί η Αρμενία δεν είχε αναπτύξει νωρίτερα μια τόσο έντονη πολιτική για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας;», η απάντηση είναι απλή:Επειδή δεν διέθετε την πολιτική ελευθερία να το πράξει.Δεν υπήρχε ανεξάρτητη κυβέρνηση που να μπορούσε να απευθυνθεί στα Ηνωμένα Έθνη.Δεν υπήρχε αρμενικό Υπουργείο Εξωτερικών που να μπορούσε να ασκήσει διεθνή πίεση.Δεν υπήρχε ανεξάρτητη διπλωματική υπηρεσία.Δεν υπήρχε δυνατότητα χάραξης εθνικής στρατηγικής.Όλες αυτές οι αρμοδιότητες ανήκαν αποκλειστικά στη Σοβιετική Ένωση.Επομένως, η απουσία μιας οργανωμένης κρατικής εκστρατείας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν ήταν πολιτική επιλογή της Αρμενίας.Ήταν συνέπεια της απουσίας κρατικής κυριαρχίας.Αυτό αποτελεί το ιστορικό σημείο εκκίνησης κάθε σοβαρής συζήτησης για τον αγώνα της αναγνώρισης.Χωρίς αυτή τη βασική παραδοχή, είναι εύκολο να δημιουργηθεί η λανθασμένη εντύπωση ότι η αναγνώριση της Γενοκτονίας ήταν μια πολιτική ατζέντα που επινοήθηκε αργότερα από τη Διασπορά ή υιοθετήθηκε εκ των υστέρων από την ανεξάρτητη Αρμενία.Η ιστορία, όμως, αφηγείται μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα.Αυτό δεν σημαίνει ότι η μνήμη της εξαφανίστηκε από τη Σοβιετική Αρμενία. Αντίθετα, επιβίωνε μέσα στις οικογένειες, στις προσωπικές αφηγήσεις των επιζώντων και στη συλλογική συνείδηση του λαού. Όμως υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη διατήρηση της μνήμης και στη δυνατότητα να μετατραπεί αυτή η μνήμη σε οργανωμένη κρατική διπλωματική δράση.Αυτή η δυνατότητα απλούστατα δεν υπήρχε.Η σοβιετική ηγεσία αντιμετώπιζε το ζήτημα της Γενοκτονίας μέσα από το πρίσμα των δικών της γεωπολιτικών συμφερόντων. Σε περιόδους έντασης με την Τουρκία, το θέμα μπορούσε να αναδειχθεί περισσότερο. Όταν όμως η Μόσχα επιδίωκε καλύτερες σχέσεις με την Άγκυρα, η δημόσια αναφορά περιοριζόταν σημαντικά. Η ιστορική μνήμη δεν αποτελούσε υπόθεση της αρμενικής κοινωνίας, αλλά μέρος της συνολικής σοβιετικής πολιτικής.Είναι λοιπόν άδικο να κρίνεται η Σοβιετική Αρμενία σαν να ήταν ένα ανεξάρτητο κράτος που απλώς επέλεξε να μη διεκδικήσει τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.Ο Αρμένιος που γεννήθηκε στο Γερεβάν τη δεκαετία του 1950 μεγάλωσε μέσα σε ένα σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η εθνική του ταυτότητα διατηρήθηκε, η αρμενική γλώσσα διδασκόταν, η λογοτεχνία και ο πολιτισμός καλλιεργούνταν, όμως όλα αυτά εξελίσσονταν μέσα στα πολιτικά όρια που έθετε η Σοβιετική Ένωση.Την ίδια περίοδο, ένας Αρμένιος που γεννήθηκε στη Μασσαλία, στη Βηρυτό, στην Αθήνα, στο Λος Άντζελες ή στο Μπουένος Άιρες μεγάλωνε σε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.Στο οικογενειακό τραπέζι άκουγε τις αφηγήσεις των παππούδων του που είχαν επιζήσει από τις πορείες θανάτου. Στις αρμενικές κοινότητες η Γενοκτονία δεν ήταν μόνο ιστορία· ήταν προσωπική μνήμη. Οι εκκλησίες, τα σχολεία, οι πολιτιστικοί σύλλογοι και οι οργανώσεις της Διασποράς λειτουργούσαν όχι μόνο ως χώροι διατήρησης της ταυτότητας, αλλά και ως θεματοφύλακες μιας ιστορικής αλήθειας που δεν έπρεπε να λησμονηθεί.Δεν επρόκειτο για δύο διαφορετικούς λαούς.Ούτε για δύο διαφορετικές αντιλήψεις περί αρμενισμού.Ήταν ο ίδιος λαός που βρέθηκε να ζει κάτω από δύο εντελώς διαφορετικά πολιτικά συστήματα.Η Σοβιετική Αρμενία είχε ως πρωταρχική αποστολή να διατηρήσει την κρατική υπόσταση, τον πληθυσμό, την παιδεία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό μέσα στις συνθήκες της σοβιετικής πραγματικότητας.Η Διασπορά, από την άλλη πλευρά, ανέλαβε αυθόρμητα έναν διαφορετικό ιστορικό ρόλο: να διαφυλάξει τη μνήμη, να συγκεντρώσει τα τεκμήρια, να στηρίξει την ιστορική έρευνα και να κρατήσει ζωντανή τη διεθνή διεκδίκηση της αναγνώρισης.Οι δύο αυτές αποστολές δεν συγκρούονταν.Αλληλοσυμπληρώνονταν.Η διατύπωση αυτή είναι ιστορικά παραπλανητική.Η Διασπορά δεν αφύπνισε ένα αδιάφορο κράτος ούτε επέβαλε μια πολιτική που η Αρμενία δεν επιθυμούσε.Αντίθετα, ανέλαβε έναν εθνικό ρόλο που κανένας άλλος δεν μπορούσε να ασκήσει.Όσο η Αρμενία βρισκόταν ενταγμένη στη Σοβιετική Ένωση, δεν υπήρχε ανεξάρτητη κυβέρνηση για να διεκδικήσει διεθνείς αναγνωρίσεις.Δεν υπήρχε ελεύθερη διπλωματία.Δεν υπήρχε κρατικός μηχανισμός που να μπορούσε να απευθυνθεί στα κοινοβούλια του κόσμου, στα διεθνή δικαστήρια ή στους διεθνείς οργανισμούς.Το κενό αυτό καλύφθηκε από τη Διασπορά.Οι αρμενικές κοινότητες οργάνωσαν επιτροπές, ίδρυσαν ερευνητικά κέντρα, κατέγραψαν τις μαρτυρίες των επιζώντων, υποστήριξαν την επιστημονική έρευνα και άρχισαν να ασκούν συστηματική πίεση προς κυβερνήσεις και κοινοβούλια για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.Δεν το έκαναν επειδή διέθεταν κρατική εξουσία.Το έκαναν επειδή το κράτος δεν είχε τη δυνατότητα να το πράξει.Αυτή είναι μια θεμελιώδης διάκριση που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση.Η Διασπορά δεν υποκατέστησε το αρμενικό κράτος από φιλοδοξία.Το υποκατέστησε από ιστορική αναγκαιότητα.Η διαδήλωση εκείνη αποτέλεσε σημείο καμπής.Δεν οργανώθηκε από τη Διασπορά.Δεν ήταν προϊόν κρατικής πρωτοβουλίας.Ήταν η αυθεντική έκφραση μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες διατηρούσε τη μνήμη μέσα στη σιωπή και ζητούσε πλέον να της δοθεί δημόσιος χώρος.Η σοβιετική ηγεσία δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει αυτό το μήνυμα.Λίγα χρόνια αργότερα εγκρίθηκε η ανέγερση του μνημείου του Τζιτζερναγκαπέρτ (Μνημείο της Γενοκτονίας των Αρμενίων στο Γερεβάν), το οποίο από τότε αποτελεί τον σημαντικότερο τόπο συλλογικής μνήμης του αρμενικού λαού.Το γεγονός αυτό αποδεικνύει κάτι εξαιρετικά σημαντικό.Η μνήμη της Γενοκτονίας δεν διατηρήθηκε αποκλειστικά από τη Διασπορά.Διατηρήθηκε και μέσα στην ίδια την Αρμενία.Απλώς εκφραζόταν με διαφορετικούς τρόπους, επειδή διαφορετικές ήταν και οι πολιτικές συνθήκες.Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι λανθασμένο να παρουσιάζονται η Αρμενία και η Διασπορά ως δύο αντίπαλοι πόλοι.Στην πραγματικότητα, ακολουθούσαν δύο παράλληλες διαδρομές που υπηρετούσαν τον ίδιο εθνικό σκοπό.Η μία διαφύλασσε το κράτος.Η άλλη διαφύλασσε τη διεθνή διεκδίκηση.Και οι δύο, καθεμία με τα μέσα που διέθετε, διαφύλασσαν την ιστορική συνέχεια του αρμενικού έθνους.Η Διασπορά δεν δημιούργησε μια νέα εθνική στρατηγική. Διατήρησε τη συνέχεια της αρμενικής εθνικής διεκδίκησης κατά την περίοδο που το αρμενικό κράτος δεν διέθετε την ελευθερία να την εκφράσει. Όταν η ανεξάρτητη Αρμενία εμφανίστηκε ξανά στον διεθνή χάρτη, δεν είχε απέναντί της ένα κενό. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ιστορικό συμπέρασμα της περιόδου 1965–1991.

Η ανεξάρτητη Αρμενία, οι δηλώσεις του Πασινιάν και η ιστορική συνέχεια ενός εθνικού αγώνα

Όταν η Δημοκρατία της Αρμενίας ανέκτησε την ανεξαρτησία της το 1991, βρέθηκε αντιμέτωπη με τεράστιες προκλήσεις. Έπρεπε να οικοδομήσει από την αρχή τους θεσμούς ενός σύγχρονου κράτους, να οργανώσει τις ένοπλες δυνάμεις της, να αντιμετωπίσει τις οικονομικές συνέπειες της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης και να διαχειριστεί τον πόλεμο για το Αρτσάχ.

Μέσα σε αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας θα περνούσε σε δεύτερη μοίρα. Ωστόσο, συνέβη το αντίθετο.

Όχι επειδή η νέα Δημοκρατία της Αρμενίας αποφάσισε να δημιουργήσει μια νέα πολιτική ατζέντα.

Αλλά επειδή παρέλαβε μια ιστορική ευθύνη.

Αυτό ακριβώς έπραξαν όλες οι κυβερνήσεις της χώρας από το 1991 και μετά, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους διαφορές.

Άλλοτε με μεγαλύτερη ένταση, άλλοτε με μεγαλύτερη προσοχή, όλες αντιμετώπισαν τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας ως αναπόσπαστο μέρος της εξωτερικής πολιτικής της Δημοκρατίας της Αρμενίας. Όχι επειδή θεωρούσαν ότι η αναγνώριση θα έλυνε από μόνη της τα προβλήματα της χώρας, αλλά επειδή αναγνώριζαν ότι αποτελούσε στοιχείο της ιστορικής συνέχειας του αρμενικού κράτους και του αρμενικού έθνους.

Από τη δεκαετία του 1990 και ιδιαίτερα μετά το 2000, ο αριθμός των κρατών, των κοινοβουλίων και των διεθνών οργανισμών που αναγνώρισαν επίσημα τη Γενοκτονία αυξήθηκε σημαντικά. Κάθε νέα αναγνώριση αποτελούσε αποτέλεσμα της συνεργασίας της Δημοκρατίας της Αρμενίας με τις κοινότητες της Διασποράς και όχι προϊόν ανταγωνισμού μεταξύ τους.

Η σχέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.

Συχνά παρουσιάζεται η εντύπωση ότι υπήρξαν δύο διαφορετικές στρατηγικές: μία της Αρμενίας και μία της Διασποράς.

Η ιστορική πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο.

Υπήρξε μία κοινή εθνική στρατηγική, η οποία προσαρμοζόταν στις δυνατότητες κάθε εποχής.

Όταν δεν υπήρχε ανεξάρτητο κράτος, τον κύριο ρόλο ανέλαβε η Διασπορά.

Όταν το κράτος επανεμφανίστηκε, οι δύο πλευρές λειτούργησαν συμπληρωματικά.

Η συνεργασία αυτή υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους το ζήτημα της Γενοκτονίας απέκτησε παγκόσμια απήχηση.

Τα ερωτήματα του Πασινιάν και οι απαντήσεις της ιστορίας

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού Νικόλ Πασινιάν.

Τα ερωτήματα που έθεσε δεν είναι αθέμιτα. Σε μια δημοκρατία κάθε κυβέρνηση έχει δικαίωμα να επανεξετάζει τις προτεραιότητες της εξωτερικής της πολιτικής.

Εκείνο όμως που προκαλεί προβληματισμό είναι όταν η επανεξέταση αυτή αποσυνδέεται από την ιστορική διαδρομή που διαμόρφωσε τις ίδιες αυτές προτεραιότητες.

Το πρώτο ερώτημα που έθεσε αφορά τον λόγο για τον οποίο η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας αναδείχθηκε σε κεντρικό στόχο κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Η απάντηση προκύπτει μέσα από την ίδια την ιστορία.

Δεν συνέβη επειδή τότε γεννήθηκε μια νέα πολιτική ιδέα.

Συνέβη επειδή τότε άρχισαν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να αποκτήσει διεθνή υπόσταση ένας αγώνας που μέχρι τότε ήταν αδύνατο να αναλάβει η Σοβιετική Αρμενία.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη χρησιμότητα της αναγνώρισης για τη σημερινή Αρμενία.

Η ιστορία δείχνει ότι η αναγνώριση δεν υπήρξε ποτέ αυτοσκοπός.

Δεν παρουσιάστηκε ποτέ ως υποκατάστατο της ασφάλειας, της οικονομικής ανάπτυξης ή της διπλωματίας.

Αποτέλεσε όμως το ηθικό και ιστορικό θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η διεθνής αξιοπιστία της αρμενικής υπόθεσης.

Κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να επιλέγει τις διπλωματικές του προτεραιότητες.

Κανένα όμως κράτος δεν μπορεί να επαναπροσδιορίζει την ιστορική αφετηρία ενός εθνικού αγώνα αγνοώντας τις συνθήκες που τον γέννησαν.

Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο ζήτημα αφορά την αντίληψη ότι η διεθνής αναγνώριση υπήρξε κυρίως μια «ατζέντα της Διασποράς».

Η ιστορική διαδρομή που παρουσιάστηκε στα προηγούμενα κεφάλαια οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα.

Η Διασπορά δεν δημιούργησε μια νέα πολιτική.

Ανέλαβε προσωρινά έναν εθνικό ρόλο που η ίδια η Αρμενία δεν μπορούσε να ασκήσει όσο παρέμενε μέρος της Σοβιετικής Ένωσης.

Αυτό δεν ήταν επιλογή.

Ήταν ιστορική αναγκαιότητα.

Γι’ αυτό και μετά το 1991 δεν υπήρξε σύγκρουση ανάμεσα στη Διασπορά και το ανεξάρτητο αρμενικό κράτος ως προς τον στόχο της αναγνώρισης.

Οι κυβερνήσεις έχουν το δικαίωμα να αναθεωρούν τις μεθόδους με τις οποίες υπηρετούν τα εθνικά συμφέροντα.

Η ιστορική μνήμη όμως δεν ακολουθεί τον ίδιο κύκλο.

Δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τις εκάστοτε γεωπολιτικές ανάγκες.

Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων δεν είναι ένα διαπραγματευτικό εργαλείο που μπορεί να ενεργοποιείται ή να απενεργοποιείται ανάλογα με τις διπλωματικές συνθήκες.

Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής ταυτότητας του αρμενικού λαού και της διεθνούς προσπάθειας να αναγνωρίζονται τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας όχι από εκδίκηση, αλλά από σεβασμό στην αλήθεια και με στόχο την πρόληψη της επανάληψής τους.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν αφορά αποκλειστικά τους Αρμενίους.

Αφορά κάθε κοινωνία που θεωρεί ότι η ιστορική αλήθεια δεν μπορεί να υποχωρεί μπροστά στις πολιτικές σκοπιμότητες.

Το πρωτότυπο άρθρο https://geopolitico.gr/2026/07/salos-apo-feromeni-synomilia-ntokou-me-rosous-farser-drones-oukrania-kai-anafora-se-ekloges/ ανήκει στο Πολιτική – Geopolitico .