
Στο ευρωπαϊκό σκαμνί της Επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης Ο προγραμματισμός περιλαμβάνει τη συζήτηση για τη μη εκτέλεση των καταδικαστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ σε ότι αφορά στις επαναπροωθήσεις και τις απαράδεκτες συνθήκες κράτησης ή και διαβίωσης των αιτούντων άσυλο, στη Σύνοδο υπουργών τον Σεπτέμβριο. Αυτή είναι και η σοβαρότερη υπόθεση καθώς εκκρεμεί πλειάδα άλλων καταδικαστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ που αναμένουν την εφαρμογή τους από την Ελλάδα. Αφορά διάφορες παραβιάσεις της Σύμβασης για τις επαναπροώθηση “αιτούντος” από την Τουρκία τον Μάιο του 2019. Άλλα περιστατικά για τις άθλιες συνθήκες κράτησης αιτούντων άσυλο από το 2018 έως και το 2024 και τις κακές συνθήκες υγιεινής, έχουν μερικώς παραγραφεί μετά από εξηγήσεις της ελληνικής κυβέρνησης. Για παράδειγμα αναφέρεται ότι η Ελλάδα “κάνει συνεχείς προσπάθειες των αρχών για τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης μεταναστών και για τη διασφάλιση επαρκούς χωρητικότητας στα κέντρα προ-αναχώρησης”. Σημειώνεται ωστόσο ότι η Ελλάδα δεν παρέχει “ ολοκληρωμένες στατιστικές πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των ατόμων που κρατούνται σε αστυνομικά τμήματα, καθώς και τη μέση διάρκεια κράτησής τους”. Ο ΕΔΔΑ δηλώνει ότι συνεχίζει να “επιβλέπει τα εκκρεμή μέτρα που σχετίζονται με τις συνθήκες υποδοχής και διαβίωσης, συμπεριλαμβανομένης της ιατρικής περίθαλψης” και θα “επανεξετάσει αυτές τις υποθέσεις” μαζί με τις νεότερες του 2026. Η μη εκτέλεση καταδικαστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ για τις συνθήκες στις φυλακές θα συζητηθεί στο Συμβούλιο των υπουργών τον Δεκέμβριο του 2026, ενώ για την αστυνομική βία η υπόθεση θα τεθεί σε Σύνοδο του 2027. Πρόκειται για καταδικαστική υπόθεση του 2018 για γεγονότα άσκησης αστυνομικής βίας μέσα σε αστυνομικό τμήμα το 2002 με “θύματα” δύο πολίτες από τον Ασπρόπυργο στους οποίους έγινε ηλεκτροσόκ για να ομολογήσουν έγκλημα “κλοπής μοτοσυκλέτας”. Η Ελλάδα έχασε την υπόθεση παρά το γεγονός ότι για το γεγονός αυτό έγινε ΕΔΕ και ο δράστης αστυνομικός τιμωρήθηκε με φυλάκιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποφάνθηκε ότι η χώρα μας παραβιάζει τη Συνθήκη σε ότι αφορά την απουσία μιας πραγματικής προσφυγής, για να παραπονεθούν οι προσφεύγοντες.


